ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Νο 26, 30 Μάρτη 1991

Ο πόλεμος στον Κόλπο μόλις είχε τελειώσει, οι επιπτώσεις όμως αυτού του πολέμου συνεχίστηκαν και πολλαπλασιάστηκαν. Όλα τα τεράστια ζητήματα παρέμειναν ανοιχτά. Είναι γνωστό σε μας τους Μαρξιστές, πώς κάθε ιστορική κατάσταση – κι ο πόλεμος, μαζί με την επανάσταση, αποτελεί το κορυφαίο δείγμα μιας τέτοιας οριακής κατάστασης – αποδίδει σε πρόσωπα και πράγματα τ΄ αληθινά τους χρώματα. Ο πόλεμος στον Κόλπο ήταν η πρώτη ιστορική δοκιμασία στον μετά το τέλος της Γιάλτας κόσμο. Και δοκιμάστηκαν σ΄ αυτό, κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, κράτη και καθεστώτα, τάξεις και στρώματα, ομάδες και προσωπικότητες, κόμματα, τάσεις, ρεύματα, πολιτικές κι ακόμα πολιτισμικές μορφές, η λεγόμενη «δυτική κουλτούρα» συν τοις άλλοις…

Όσον αφορά τη διανόηση, ιδιαίτερα της Δυτικής Ευρώπης, η στάση της δοκιμάστηκε στον πόλεμο του Κόλπου και η ετυμηγορία, γραμμένη «επί το κονίαμα του τοίχου», είναι σαφής και αμετάκλητη: «εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα». Σ΄ ένα μεγάλο βαθμό, οι ευρωπαίοι διανοούμενοι, σ΄ αυτό τον πόλεμο κινήθηκαν προς τα δεξιά, στο πλευρό των ιμπεριαλιστών επιδρομέων. Συνέχεια

Advertisements

200 χρόνια (5 Mάη 1818) από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ: πέραν της ισοελευθερίας

Ο Μαρξ πέραν του Ρουσσώ

Του Σάββα Μιχαήλ

Εισήγηση στο Συνέδριο για τα 100 τεύχη του περιοδικού Θέσεις με τίτλο: Ο Μαρξ σήμερα, 150 χρόνια μετά τα Grundrisse, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 21-23 Σεπτεμβρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Θέσεις.

1. Правота – опиум народа! Το Δίκαιο είναι το όπιο του λαού!1
Μια πρόταση που ηχεί σήμερα σαν ακατανόητη παραδοξότητα, μωρία τοις
Έλλησι και σκάνδαλον τοις Ιουδαίοις, μωρία και σκάνδαλο για τους αντεπαναστάτες, τους φιλελεύθερους αλλά και τους αριστερούς δημοκράτες. Όταν πρωτακούστηκε, όμως, από το στόμα του σοβιετικού Reissner, τα θυελλώδη χρόνια αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν τέλεια εναρμονισμένη με το απελευθερωτικό κάλεσμα της πρώτης νικηφόρας «εφόδου στον ουρανό». Προανάγγελλε, μέσα στην προοπτική της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης, τον μαρασμό του νόμου, του δικαίου και του κράτους, μαζί με εκείνη των εμπορευματικών-χρηματικών σχέσεων, στη μετάβαση στη πανανθρώπινη αταξική κοινωνία του κομμουνισμού. Η θέση του Ράϊσνερ ομοφωνούσε με την περίφημη εκείνη κριτική του Νόμου και της νομικής σκέψης που θα επεξεργαστεί ο Yevgenyi Pashukanis στη νεαρή σοβιετική Ρωσία, πριν μπει στον κατάλογο των «προδοτών» κι εξοντωθεί από τον διάδοχό του στη θέση του επικεφαλής των σοβιετικών νομικών Vishinsky, παλιού μενσεβίκου, Μεγάλου Ιεροεξεταστή του σταλινισμού και εισαγγελέα στις διαβόητες Δίκες της Μόσχας.
Το Δίκαιο είναι το όπιο του λαού. Παραφράζοντας τον Μαρξ του 1844, κι ακολουθώντας τον στο δρόμο που ανοίγει στο Κεφάλαιο το 1867, για να λύσει το αίνιγμα της εμπορευματικής μορφής ως «κοινωνικού ιερογλυφικού», ο Ράϊσνερ αναζητά κι αυτός, για να διερευνήσει το αίνιγμα του νόμου, μιαν αναλογία «στις ομιχλώδες περιοχές του θρησκευτικού κόσμου»2, στο σύμπαν των φετίχ, εκεί που αλληλοσυνδέονται εμπόρευμα και νόμος.
Κάθε αναλογία έχει και τα όριά της. Αν ο νόμος έχει φετιχιστική λειτουργία και ασκεί ναρκωτική επίδραση ανάλογη με την θρησκεία, αυτό δεν σημαίνει ότι ο νόμος και το Δίκαιο έχουν και τα άλλα γνωρίσματα που βρίσκει η μαρξική ρήση για τη θρησκεία πριν καταλήξει ότι είναι το «όπιο του λαού». Σίγουρα ο νόμος δεν είναι «η καρδιά σε ένα κόσμο χωρίς καρδιά» κι ούτε το Δίκαιο είναι «το πνεύμα σε μιαν εποχή χωρίς πνεύμα»3. Αντίθετα, ο Νόμος περιχαρακώνει και περιφρουρεί το κενό που έχει στη θέση της καρδιάς ο κόσμος της εκμετάλλευσης ενώ το Δίκαιο αιωρείται σαν το εκδικητικό πνεύμα που καθιερώνει το διαρκές κοινωνικό έγκλημα της απομύζησης της υπερεργασίας των άμεσων παραγωγών. Με την επικράτηση του καπιταλισμού γίνεται το μη πνεύμα σε μιαν εποχή όπου «κάθε άγιο βεβηλώνεται»4, καθαγιάζοντας τη βεβήλωση όλων των ανθρώπινων σχέσεων στο βωμό της συσσώρευσης του κεφαλαίου.
Τηρουμένων, πάντως, των αναλογιών, το Δίκαιο είναι το όπιο του λαού. Αν τέτοιες αντιλήψεις για το νόμο και το Δίκαιο φαίνονται βέβηλες σήμερα είναι πρώτα-πρώτα γιατί ενταφιάστηκαν στα ερείπια της Σοβιετικής Ένωσης και του υπαρκτού σταλινισμού. Εκεί, όμως, είχαν ταφή ζωντανές ήδη δεκαετίες πριν, μαζί με τον Πασουκάνις και την ορμή της πρώτης επαναστατικής περιόδου.
Μετά το 1991, οι αναφορές σε Δίκαιο και Νόμο που σβήνουν μαζί με το Κράτος ακούγονται σαν αναχρονιστικές παραφωνίες ενώ φαίνεται να επανέρχεται στον χαοτικό μεταψυχροπολεμικό κόσμο ένα «Φυσικό Δίκαιο χωρίς Φύση», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Ernst Bloch.5 Σ’ αυτό καταφεύγουν αναζητώντας νομιμοποίηση οι πιο διαφορετικές, αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο. Πέρα από την (εν πολλοίς φαιδρή) αντιπαράθεση μιας «χομπσιανής» Αμερικής και μας «καντιανής» Ευρώπης6, ιδεολογία όλων των ιμπεριαλιστικών πολέμων που σε μια αδιάκοπη σειρά διαδέχτηκαν τον Ψυχρό Πόλεμο, από την Γιουγκοσλαβία ως το Αφγανιστάν και το Ιράκ, αποτελεί η τελετουργική επίκληση των «οικουμενικών δικαιωμάτων του ανθρώπου». Γίνεται βάναυση χρήση ενός «Φυσικού Δικαίου» στο οποίο έχει καταστεί κενή αφαίρεση, μαζί με την όποια οντολογική θεμελίωση στη Φύση, το ίδιο το ιστορικό περιεχόμενο του φυσικού δικαίου σε όλες τις εκδοχές του συμπεριλαμβανομένης και εκείνης του Hobbes.
Είναι ένα φυσικό δίκαιο που παραπέμπει περισσότερο στο «αντι-φυσικό δίκαιο» του Carl Schmitt. Καθόλου τυχαία η υποδοχή του θεωρητικού της «πολιτικής θεολογίας» και της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», αυτού του Μεγάλου Ιεροεξεταστή της αντεπανάστασης και του ναζισμού, γίνεται ολοένα πιο θερμή, δεξιά και «αριστερά», σε όλη την μεταψυχροπολεμική περίοδο, με κορύφωση την πραγμάτωση της θεωρίας του, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με την επίσημη κήρυξη από τους Κυρίαρχους μιας διαρκούς «κατάστασης έκτακτης ανάγκης», στο όνομα του περιβόητου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας»…
Από την άλλη, την αντίθετη πλευρά, στο χώρο όλων όσων αγωνιούν για τις
δραματικές εξελίξεις, όσων αντιστέκονται, ριζοσπαστικοποιούνται στις νέες
συνθήκες ή κι αναζητούν νέους δρόμους χειραφέτησης, τόσο το βάρος της αμετάκλητης χρεοκοπίας του σταλινισμού και των ανελεύθερων γραφειοκρατικών καθεστώτων του όσο και η απειλή από την επιδεινούμενη ρίκνωση των δημοκρατικών ελευθεριών στο όνομα της «αντιτρομοκρατικής» δημοκρατίας ωθούν σε μια επανατοποθέτηση απέναντι στη κληρονομιά του φυσικού δικαίου και της πιο ριζοσπαστικής έκφρασής του, την ρουσσωϊκής έμπνευσης Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη.
Την επαύριον της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, ο Etienne Balibar θα
εισάγει την έννοια της ιgalibertι, της ισοελευθερίας, της πλήρους ταύτισης της ελευθερίας και της ισότητας που, κατά την γνώμη του, ενυπάρχει στην Διακήρυξη7. Την ίδια την Διακήρυξη ο Μπαλιμπάρ δεν την θεωρεί συνέχεια του φυσικού δικαίου, έστω και στη ριζοσπαστικοποιημένη μορφή που της έδωσε ο Ρουσσώ, αλλά εκδήλωση της κρίσης του και ξεπέρασμά του. Στο αίτημα, όμως δικαίου που προβάλει ο ίδιος, όσες αποστάσεις κι αν κρατά από την ιστορική μήτρα του φυσικού δικαίου, όσο κι αν απορρίπτει ρητά κάθε ουσιοκρατία κι αναφορά στη Φύση και τη φύση του ανθρώπου, ο πυρήνας του φυσικού δικαίου επανεμφανίζεται κι όχι μόνο με την υπεράσπιση των αρχών του ιδρυτικού ντοκουμέντου της Γαλλικής Επανάστασης.
Η προβληματική πρόταση για μια citoyennetι surdιterminιe par la diffιrence
anthropologique8, μια ιδιότητα του πολίτη επιπροσδιορισμένη από την ανθρωπολογική διαφορά, ιδιαίτερα την «διαφορά των φύλων», όπως την αποκαλεί ο Μπαλιμπάρ, επαναφέρει το φάσμα ενός φυσικού δικαίου χωρίς Φύση, αυτή τη φορά στο όνομα μιας ρήξης με την ουσιοκρατία, η οποία, όμως, επιστρέφει μέσα από ανθρωπολογικές αναφορές και μια, σε τελευταία ανάλυση, φυσιοκρατική-ουσιοκρατική αντίληψη περί «διαφοράς φύλου». Η προβληματική της ισοελευθερίας του Μπαλιμπάρ που απαιτεί, βέβαια, την δική της διεξοδική κριτική ανάλυση, είναι εμβληματική μιας γενικότερης στροφής μετά το 1989, ιδιαίτερα ανάμεσα στους κύκλους των μαρξιστών που είδαν βεβαιότητες δεκαετιών να καταρρέουν. Μαζί με τις ελευθερίες που παραδοσιακά αποκαλούνταν «τυπικές» και «αστικές» και τώρα γίνονται βασικό διακύβευμα των κοινωνικών αγώνων, παύουν να καταδικάζονται εκ των προτέρων σε μαρασμό και αφάνιση το δίκαιο, ο νόμος και, αναπόφευκτα, το ίδιο το Κράτος. Εγκαταλείπεται και σαν ανάμνηση η αντίληψη για ένα δίκαιο-όπιο του λαού, καθώς επικρατεί η αντίληψη ενός δικαίου –εγγυητή του ατόμου σε μια χειραφετημένη δημοκρατική κοινωνία.
Μέσα στο κυρίαρχο ιδεολογικά κλίμα, εγκαταλείπεται η βαριά τραυματισμένη από τη σταλινική τυραννία έννοια της επαναστατικής δικτατορίας του προλεταριάτου ως κράτους που σβήνει στη μετάβαση σε μια αταξική κομμουνιστική κοινωνία χωρίς κράτος, δίκαιο και νόμους. Το αντικαθιστά το όραμα μιας ριζοσπαστικής «ελευσόμενης δημοκρατίας», μιας dιmocratie ΰ venir (Derrida), ταυτισμένης με την κοινωνική χειραφέτηση.
Μετά τον κομμουνιστή Μαρξ, λοιπόν, ξανά ο ριζοσπάστης δημοκράτης Ρουσσώ; Ένας Ρουσσώ χωρίς και ενάντια στον Μαρξ;
Ίσως- θα αναρωτηθούν άλλοι- το ζητούμενο να είναι ένας Μαρξ μαζί με τον
Ρουσσώ; Ή, μήπως, πρέπει να αναζητήσουμε πέρα από τον ρουσσωϊκό ορίζοντα, βλέποντας πάντα μαζί με τον μπενγιαμινικό Άγγελο της Ιστορίας να συσσωρεύονται μπροστά μας τα ερείπια των καταστροφών, μήπως πρέπει να συναντήσουμε και να αναγνωρίσουμε, εκεί που συναντιούνται οι ιστορικές καταστροφές με τον ορίζοντα της ρουσσωϊκής επαναστατικής Αρκαδίας, έναν Μαρξ πέραν του Ρουσσώ;

2. Τα φαντάσματα του Μαρξ και του Ρουσσώ βρέθηκαν πολλές φορές ενώπιος ενωπίω, πολύ πριν τις καταρρεύσεις στην Ανατολή, προαναγγέλλοντας τα επερχόμενα.
Ανάμεσα στους στοχαστές που συγκροτούν αστερισμό γύρω από το επαναστατικό Συμβάν του Μάη του ’68, ο κατεξοχήν στοχαστής της εξουσίας Michel Foucault προειδοποίησε τους μαρξιστές για τις ολέθριες συνέπειες που έχει στην αντιμετώπιση του Κράτους και της εξουσίας –του κεντρικού προβλήματος της κοινωνικής επανάστασης- η «ρουσσωποίηση » του Μαρξ.
Στη διάλεξη για τους Βρόχους της εξουσίας9 που έδωσε το 1976 ο Φουκώ στο Πανεπιστήμιο της Bahνa, στη Βραζιλία συσχετίζει την δική του προσέγγιση στο ζήτημα της εξουσίας με εκείνη του Μαρξ στο 2ο τόμο του Κεφαλαίου καθώς και οι δυο διαχωρίζουν σχέσεις εξουσίας και κράτος βλέποντας τις πρώτες να αναδύονται και να αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνία και την κρατική εξουσία να είναι παράγωγη, ενώ αντίθετα η μοντέρνα αστική θεωρία του κράτους, από τον Grotius ως τον Ρουσσώ, βλέπουν την κοινωνία να δομείται σε σώμα από ένα κεντρικό σημείο κυριαρχίας (souverainetι) και να απορρέουν οι εξουσιαστικές σχέσεις σε κατιούσα τάξη από το κράτος.10
Ο «επίσημος μαρξισμός», ιδιαίτερα όπως κωδικοποιήθηκε από τον κομματικό-κρατικό λόγο των σταλινικών ΚΚ, ταυτίζει εξουσία με Κράτος και υποτάσσει όλο το δίκτυο των πολύμορφων εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων στο νομικό και κρατικό εποικοδόμημα. Λέει ο Φουκώ: «Εάν αναλύουμε την εξουσία δίνοντας προνομιακή θέση στο μηχανισμό του Κράτους, εάν αναλύουμε την εξουσία θεωρώντας την σαν ένα μηχανισμό συντήρησης, εάν θεωρούμε την εξουσία σαν ένα νομικό εποικοδόμημα, τότε δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να επαναλαμβάνουμε το κλασσικό θέμα της αστικής σκέψης που θεωρεί ουσιαστικά την εξουσία σαν νομικό γεγονός.» Και καταλήγει: «Να δίνει κανείς την προνομιακή θέση στο μηχανισμό του Κράτους, στη λειτουργία της συντήρησης, στο νομικό εποικοδόμημα σημαίνει, κατά βάθος, «να ρουσσωποιεί» τον Μαρξ. Σημαίνει να τον επανεγγράφεις στην αστική και νομική θεωρία της εξουσίας»11( υπογράμμιση δική μας). Συνέχεια

Τα ΕΑΣΑΔΙΑ, για το βιβλίο του Θ. Βογιατζή

Για το βιβλίο του Θανάση Βογιατζή, “Τα ΕΑΣΑΔΙΑ. Μέρες δωσιλογισμού στο Βόλο.”

Ο δημοσιογράφος Θανάσης Βογιατζής παραμένει πιστός στο ρητό του Μίλαν Κούντερα ότι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη. Με ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον υποχρεώνεται να αφοσιωθεί στο παρελθόν των μεγάλων ρηγμάτων και τομών. Εκεί που η ιστορία των κυριάρχων διακόπτεται κι αρχίζει η ιστορία των καταπιεσμένων. Ενάντια στο τετριμμένο εξελικτισμό της σοσιαλδημοκρατίας που πετσόκοψε τον μαρξισμό στα μέτρα του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού αγώνα, ο ίδιος στρέφει τη ματιά του στην διακοπή της ιστορικής εξέλιξης η οποία οδηγεί στην καταστροφή.
Μέσα από τη καταστροφή, στο βιβλίο του προβάλλει “το υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η αγωνιζόμενη τάξη, η καταπιεζόμενη τάξη”, όπως δηλώνει στις Θέσεις για την Ιστορία ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Οι εργάτες του βιομηχανικού Βόλου σηκώνουν μέσα στην φασιστική κατοχή το ανάστημά τους και κινητοποιούνται για να διασφαλίσουν τρόφιμα και όταν βιομήχανοι αναστέλλουν τη λειτουργία των εργοστασίων ή παραβιάζουν τις συμφωνίες χορήγησης τροφίμων (Τσαλαπάτας, Αξελός, βιοτέχνες υποδημάτων) τους συλλαμβάνουν όπως στην περίπτωση του Τσαλαπάτα που τον βάζουν σε καροτσάκι και τον φέρνουν με πομπή έναντι του δικαστηρίου προκειμένου να ανοίξει το εργοστάσιό του και να υλοποιήσει τη συμφωνία για χορήγηση τροφίμων στους εργάτες.
Οι βιομήχανοι και οι τοπικές αρχές μαζί με τους κατακτητές συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν τόσο το αναδυόμενο μαχητικό εργατικό κίνημα, την επέκταση του ΕΑΜ μέσα τη πόλη και του ένοπλου τμήματός του ΕΛΑΣ που με την καθοδήγηση του ΚΚΕ αναπτύσσει εκτεταμένη δραστηριότητα σε επίπεδο διεκδικήσεων, τοπικών μαχών και γίνεται κυρίαρχη δύναμη μέσα στη χώρα όταν τα πολιτικά φαντάσματα του παλαιού αστικού κόσμου κρύβονται ή φεύγουν για να σωθούν. Συνέχεια

1821: Επανάσταση κι Αντεπανάσταση

O AΓΩNAΣ TOY ’21 και η υπονόμευσή του

του Σάββα Μιχαήλ

Το μέλλοντα γενάμενο παρόν

Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Δεληβοριά Ο Αγώνας του ‘21 και η Υπονόμευσή του – Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού (Άγρα 2016), Μουσείο Μπενάκη, 13 Μαρτίου 2017
Το Ελευθεριόδεντρο! Μην το κόβεις, ξυλοκόπε, μην το κόβεις!

JAMES JOYCE, Finnegans Wake1

Η αληθινή συνάντηση του Άλλοτε με το Τώρα είναι πάντα ένα σοκ. Προπαντός όταν πρόκειται για μια συνάντηση του παρόντος με το ίδιο το ξεχασμένο τραύμα της μακρινής γέννησής του, με το συμβάν μιας καταγωγικής καταστροφής ή μιας επανάστασης. Ή και των δύο, μέσα στην Παράδοση των Καταπιεσμένων, όπως την ονόμαζε ο Walter Benjamin2, των εξεγερμένων αλλά νικημένων. Εκεί ανήκει και η “μάταια νικηφόρα επανάσταση” του 1821 στην Ελλάδα, σύμφωνα με την καίρια όσο και τραγική έκφραση της Μαρίας Δεληβοριά3.
“ Κάθε εποχή”, έγραφε ο Μπένγιαμιν, “πρέπει να κάνει την δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κονφορμισμό που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει”4. Μια τέτοια προσπάθεια επιχειρεί με επιτυχία και η Μαρία Δεληβοριά στο νέο της βιβλίο Ο Αγώνας του ‘21 και η υπονόμευσή του – Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού, (Άγρα 2016).
Ενάντια στην κατεστημένη ρητορική της επίσημης, θεσμοποιημένης “εθνικοφροσύνης”, εξαρχής εξαπολύει βέλη ενάντια στους “διάφορ[ους] επετειακ[ούς] πανηγυρι[κούς] και πανηγυρισμ[ούς] που υποβάλλουν και τελικά επιβάλλουν μια οιονεί ακύρωση της σημασίας των επαναστατικών γεγονότων” σβήνοντας το γεγονός ότι η επανάσταση του ‘21 ήταν, ακριβώς, πρώτα απ’ όλα επανάσταση, με όλη την σημασία της λέξης, “ανατροπή καταλυτική”, “η μεγάλη τομή”5.
Με την ίδια οξύτητα -μια νηφάλια δριμύτητα που χαρακτηρίζει το πνευματικό της ύφος- η Δεληβοριά αντιτίθεται σε κάθε επιβολή έτοιμων σχημάτων πάνω σε μια δυναμική, περίπλοκη, απροσδόκητη, αινιγματική, αντιφατική πραγματικότητα. Ανεξάρτητα εάν αυτά τα “προαποφασισμένα θεωρητικά σχήματα” είναι “δεξιάς” ή “αριστερής” στόχευσης, “εθνοκεντρικά” ή “μαρξιστικά”, “νεωτερικά” ή “μετανεωτερικά”, “παραδοσιακής ή “εκσυγχρονιστικής” οπτικής”, αδυνατούν να συλλάβουν καταστάσεις και γεγονότα “κυρίως τα συνταρακτικά, όπως το γεγονός μιας συλλογικής επαναστατικότητας”6.
Η οξεία κριτική της Μαρίας Δεληβοριά στις προσπάθειες ακύρωσης της “συλλογικής επαναστατικότητας” του Αγώνα του ‘21 κλιμακώνεται όταν φτάνει στις πιο πρόσφατες “εκσυγχρονιστικές”, “μεταμοντέρνες”, τάχα “απομυθοποιητικές” ιστοριογραφικές αναγνώσεις που βλέπουν “προοδευτικότητα” κι “εκσυγχρονιστική πολιτική” στην αντεπαναστατική πολιτεία των αστικών ελίτ που υπονόμευσαν τον επαναστατικό Αγώνα7.
Παρόμοια “μεταμοντέρνα” σχήματα φύτρωσαν στο ιστορικό έδαφος του δικού μας fin de siècle, όταν κορυφώνονταν η παγκοσμιοποίηση του πλασματικού κεφαλαίου, η αλληλένδετη μαζί της, απόλυτη, φετιχιστική αντιστροφή της κοινωνικής πραγματικότητας – μαζί και η “παρ’ ημίν” φενάκη ότι η Ελλάδα πλέον αναβαθμίστηκε και ανήκει (ή πρέπει να ανήκει) στον “σκληρό πυρήνα” των ηγεμόνων της ευρωπαϊκής Δύσης.
Οι φενάκες δεν καταρρέουν αυτόματα μαζί με τούς όρους που τις γέννησαν. Όχι μόνο καθυστερούν αλλά συχνά και δυναμώνουν, σκληραίνουν, λειτουργούν σαν αμυντικός μηχανισμός μέσα στην γενικευμένη σύγχυση και τον ορυμαγδό της χωρίς προηγούμενο παγκόσμιας κρίσης, στην οποία κατέληξε ο υποτιθέμενος “θρίαμβος” της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και το “τέλος της Ιστορίας” που οι Κυρίαρχοι βιάστηκαν να γιορτάσουν το 1989 και το 1991.
Το σοκ της σύγκρουσης ανάμεσα στο ταραγμένο Τώρα και το Άλλοτε, το πρόσφατο, το παλιότερο και το απώτατο, γίνεται ακόμα πιο τρομερό. Ρήγματα ανοίγονται, διαλύονται στέρεες μέχρι τώρα βεβαιότητες και προκαταλήψεις, ζόμπι του θρησκευτικού, εθνικιστικού και φασιστικού αγριανθρωπισμού εμφανίζονται ξανά. Οι ασυνείδητες διαδικασίες της Ιστορίας απαιτούν συνειδητή έκφραση. Το σοκ κάνει επιτακτική την ανάγκη ιστορικής αυτογνωσίας. Προπαντός, καθώς ακούγεται, όπως έλεγε κι ο Καβάφης, η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων8.

Η κρίση της Ιστορίας και η κρίση του Ποιητή Συνέχεια

Το μοιραίο λάθος των γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού.

Ν. Λένιν

ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΑ

Ύστερα από το πραξικόπημα που έβαλε τέρμα στην επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε 18 χρόνια κάτω από το ζυγό του καθεστώτος του Ναπολέοντα. Το καθεστώς αυτό οδήγησε τη χώρα όχι μόνο στην οικονομική καταστροφή, αλλά και στην εθνική ταπείνωση. Το προλεταριάτο που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς επωμίστηκε δυο καθήκοντα, ένα πανεθνικό κι ένα ταξικό: την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δυο καθηκόντων.

Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λαού», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό. Η πατριωτική ιδέα έχει την προέλευση της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λογουχάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δεν βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε κίνδυνο!».

Το μοιραίο λάθος των γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο Μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντας του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντα του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν’ αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης. Συνέχεια

Οι προσπάθειες να σώσουν την οικονομική ζωή, εμβολιάζοντας την με το δηλητήριο από το πτώμα του εθνικισμού, έχει σαν αποτέλεσμα τη δηλητηρίαση του αίματος που λέγεται φασισμός.

Το κείμενο αυτό του Λέων Τρότσκι γράφτηκε στις 30 Νοεμβρίου 1933 την στιγμή που ο Χίτλερ ανέβαινε στην εξουσία. Δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής» τον Απρίλιο του επόμενου έτους. Βρίσκεται στα γραπτά Τρότσκι 1932-34. Στα ελληνικά πρωτο-δημοσιεύθηκε στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση, θεωρητικό περιοδικό του ΕΕΚ, τον Απρίλιο του 1981.

ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΗ

Ο ιταλικός φασισμός έχει ανακηρύξει τον εθνικό « ιερό εγωισμό» σαν το μοναδικό δημιουργικό παράγοντα. Αφού ανήγαγε την ιστορία της ανθρωπότητας στην εθνική ιστορία, ο γερμανικός φασισμός προχώρησε ανάγοντας το έθνος στη φυλή, τη φυλή στο αίμα. Επιπλέον, στις χώρες εκείνες που πολιτικά δεν ανέβηκαν – ή μάλλον δεν κατέβηκαν – στον φασισμό, τα προβλήματα της οικονομίας όλο και περισσότερο συμπιέζονται μέσα στα εθνικά πλαίσια. Δεν έχουν όλοι τους το θάρρος να γράψουν ανοιχτά πάνω στις σημαίες τους τη λέξη «αυταρχισμός». Αλλά παντού η πολιτική τους κατευθύνεται προς έναν όσο το δυνατόν πιο ερμητικό αποκλεισμό της εθνικής ζωής από την παγκόσμια οικονομία. Μονάχα είκοσι χρόνια πριν, όλα τα σχολικά βιβλία δίδασκαν ότι ο πιο πανίσχυρος παράγοντας για την παραγωγή πλούτου και πολιτισμού είναι ο παγκόσμιας κλίμακας καταμερισμός της εργασίας, που βρίσκεται στις φυσικές και ιστορικές συνθήκες της ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Τώρα βγαίνει ότι η παγκόσμια ανταλλαγή είναι η πηγή όλων των δυστυχιών και όλων των κινδύνων. Βίρα για την πατρίδα! Πίσω στην εθνική εστία! Όχι μόνο πρέπει να διορθώσουμε το λάθος του ναυάρχου Πέρι, που έκανε το ρήγμα στον «αυταρχισμό» της Ιαπωνίας, αλλά και πρέπει να διορθώσουμε και το πολύ μεγαλύτερο σφάλμα του Χριστόφορου Κολόμβου, που σαν αποτέλεσμα είχε να επεκταθεί τόσο άμετρα η αρένα του ανθρώπινου πολιτισμού.
Η ακατάβλητη αξία του έθνους, που ανακάλυψαν ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ, προβάλλεται τώρα ενάντια στις ψεύτικες αξίες του δέκατου ένατου αιώνα: τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Και εδώ επίσης ερχόμαστε σε μια ασυμφιλίωτη αντίθεση με τις παλιές αξίες και ακόμα χειρότερα, με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της Ιστορίας. Μονάχα η κακόβουλη άγνοια μπορεί να κάνει μια οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα στο έθνος και την φιλελεύθερη δημοκρατία.
Στην πραγματικότητα, όλα τα απελευθερωτικά κινήματα στη σύγχρονη ιστορία, κάνοντας αρχή με την πάλη της Ολλανδίας για ανεξαρτησία, είχαν τόσο ένα εθνικό, όσο και ένα δημοκρατικό χαρακτήρα. Η αφύπνιση των καταπιεσμένων και διαμελισμένων εθνών, η πάλη τους να ενώσουν τα ακρωτηριασμένα τους μέρη και να αποτινάξουν τον ξένο ζυγό, θα ήταν αδύνατη χωρίς την πάλη για πολιτική ελευθερία. Το γαλλικό έθνος παγιώθηκε μέσα στις θύελλες και τα προβλήματα της δημοκρατικής επανάστασης στη δύση του δέκατου όγδοου αιώνα. Το ιταλικό και το γερμανικό έθνος ξεπήδησαν μέσα από μια σειρά πολέμων και επαναστάσεων, τον δέκατο ένατο αιώνα. Η πανίσχυρη ανάπτυξη του αμερικανικού έθνους, που πήρε το βάπτισμα της ελευθερίας του στον ξεσηκωμό του τον δέκατο όγδοο αιώνα, τελικά εξασφαλίστηκε από τη νίκη του Βορρά πάνω στο Νότο στον εμφύλιο πόλεμο. Ούτε ο Μουσολίνι, ούτε ο Χίτλερ είναι οι εφευρέτες του έθνους. Ο πατριωτισμός, στην μοντέρνα του έννοια,- ή πιο σωστά στην αστική του έννοια- είναι το προϊόν του δέκατου ένατου αιώνα. Η εθνική συνείδηση του γαλλικού λαού είναι ίσως η πιο συντηρητική και η πιο σταθερή από όλες τις άλλες. Και μέχρι σήμερα τρέφεται από τις πηγές των δημοκρατικών παραδόσεων.
Όμως η οικονομική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, που ανέτρεψε τον μεσαιωνικό ιδιομορφισμό, δεν σταμάτησε μέσα στα εθνικά πλαίσια. Η ανάπτυξη της παγκόσμιας ανταλλαγής έγινε παράλληλα με τον σχηματισμό των εθνικών οικονομιών. Η τάση αυτής της ανάπτυξης- τουλάχιστον για τις αναπτυγμένες χώρες – βρήκε την έκφραση της στη μετατόπιση του κέντρου βάρους από την εγχώρια στην ξένη αγορά. Ο δέκατος ένατος αιώνας σημαδεύτηκε από τη συγχώνευση του εθνικού πεπρωμένου με το πεπρωμένο της οικονομικής του ζωής: όμως η βασική τάση του αιώνα μας είναι η αυξανόμενη αντίφαση ανάμεσα στο έθνος και την οικονομική ζωή. Στην Ευρώπη η αντίφαση αυτή έχει γίνει ανυπόφορα οξεία. Συνέχεια

ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΜΕΤΩΠΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΜΕΤΩΠΑ

Γράφτηκε: το 1937-1941 (στην παρανομία και στο κάτεργο της Ακροναυπλίας) Πηγή: Εκδόσεις «Μαρξιστική Έρευνα», 1976

ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΜΕΤΩΠΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

(Γράφτηκε τον Ιούνη του 1937)
1.Νέα Φάση της Παρακμής του Καπιταλισμού
Η επιδρομή του ιταλικού ιμπεριαλισμού στην Αιθιοπία το 1935, ή γενική απεργία στη Γαλλία τον Ιούνη του 1936, ο εμφύλιος πόλεμος πού συνεχίζεται στην Ισπανία και οι γιγαντιαίοι εξοπλισμοί όλων των μεγάλων Δυνάμεων δείχνουνε καθαρά ότι περάσαμε σε ένα καινούριο στάδιο γενικής παρακμής του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Ο κόσμος μπήκε σε μια νέα περίοδο πολέμων και επαναστάσεων.
Μέσα στη μεγάλη αυτή κρίση μία και μοναδική είναι η λύση που μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου και όλων γενικά των μαζών του λαού: η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και η χρησιμοποίηση της εξουσίας αυτής για την εφαρμογή του σοσιαλισμού.
2. Πώς Γενικά Μπορεί να Καταληφθεί η Εξουσία
Η εργατική τάξη μπορεί να καταλάβει την πολιτική εξουσία μόνο άμα χρησιμοποιήσει τη μέθοδο της ανεξάρτητης ταξικής πάλης. Πρέπει δηλαδή, σε οποιαδήποτε φάση της σημερινής κρίσης, να αντιτάσσει την ασυμφιλίωτη αντίθεση της στην αστική τάξη και στο αστικό κράτος, με οποιαδήποτε μορφή κι αν παρουσιάζεται αυτό.
Ο όγκος των μη προλεταριακών μαζών του λαού μπορεί και πρέπει να κερδηθεί με το μέρος της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού. Αυτό όμως θα κατορθωθεί μόνο όταν η ίδια η εργατική τάξη αποδείξει ότι μπαίνει μπροστά, αποφασιστικός και ικανός ηγέτης στην ανεξάρτητη, επαναστατική πάλη των τάξεων κατά της κεφαλαιοκρατίας που εξουθενώνει κι αυτές τις μάζες του πληθυσμού όπως και το προλεταριάτο.
3. Λαϊκό Μέτωπο ίσον Συνεργασία των Τάξεων
Μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος το μεγαλύτερο εμπόδιο σε μια ανεξάρτητη ταξική πάλη είναι οι μέθοδες κ’ η ιδεολογία της συνεργασίας των τάξεων. Η ιδεολογία αυτή ενσαρκώνεται πρώτα απ’ όλα στα συνθήματα του λεγόμενου Λαϊκού Μετώπου. Ριχτήκανε για πρώτη φορά από την Κομμουνιστική Διεθνή και τα εθνικά της τμήματα. Τα συνθήματα αυτά βρήκανε τη θεωρητική τους έκφραση στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς το καλοκαίρι του 1935. Πολύ γρήγορα την πολιτική αυτή την ασπάστηκαν και την προπαγάνδισαν τα μεταρρυθμιστικά (σοσιαλδημοκρατικά) κόμματα, καθώς και πολλά φιλελεύθερα κόμματα σ’ όλο τον κόσμο.
Τα συνθήματα του Λαϊκού Μετώπου είναι καινούρια στη μορφή, αλλά πολύ παλιά στην ουσία τους. Αντιπροσωπεύουν απλά και μόνο την κλασική πολιτική και τις μέθοδες της συνεργασίας των τάξεων και μάλιστα στην πιο γνήσια και ολοκάθαρη μορφή της: την κυβέρνηση συνασπισμού αστικών και εργατικών κομμάτων. Το Λαϊκό Μέτωπο, όπως και κάθε άλλη μορφή ταξικής συνεργασίας, είναι απάρνηση της ανεξάρτητης ταξικής πάλης των εργατών. Με το Λαϊκό Μέτωπο η εργατική τάξη εγκαταλείπει το δικό της πρόγραμμα, δηλαδή το πρόγραμμα της κατάληψης της εξουσίας και το πρόγραμμα του σοσιαλισμού, και δέχεται το πρόγραμμα της «δημοκρατικής» μπουρζουαζίας, δηλαδή το πρόγραμμα της υπεράσπισης του καθεστώτος. Ο Μπλουμ στη Γαλλία ρητά δήλωσε ότι το Λαϊκό Μέτωπο και η κυβέρνησή του σκοπό έχουνε να διατηρήσουνε τον καπιταλισμό. Συνέχεια