Είναι ο καπιταλισμός…….

Εισήγηση στην εκδήλωση του Συντονισμού Συλλογικοτήτων Βόλου 14/12/2019

Εδώ και 2 χρόνια στην πόλη του Βόλου διεξάγεται μια κορυφαία κοινωνική αναμέτρηση γύρο από το ζήτημα της καύσης σκουπιδιών από το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ (ιδιοκτησία Lafarge – Holcim) και την ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλεί τόσο η καύση, όσο και άλλες βιομηχανικές κυρίως δραστηριότητες.
Ποία είναι η διαδρομή που οδήγησε την πόλη του Βόλου να μετατραπεί σε αποτεφρωτήρα της Ευρώπης; Το 2013 (25/07/2013) το περιφερειακό συμβούλιο Θεσσαλίας εγκρίνει την καύση σκουπιδιών («εναλλακτικών καυσίμων») από την ΑΓΕΤ, με πλειοψηφία, η οποία συγκροτείται από τις παρατάξεις της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, των Οικολόγων και των τότε ακροδεξιών ( Α. Ροντούλης). Η απόφαση αυτή ανοίγει την πόρτα και δίνει το «πράσινο φως» για την έκδοση της ΑΕΠΟ184437/10.01.2014 από την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ (υπουργός Γ. Μανιάτης), η οποία εμπλουτίζει και τις κατηγορίες «εναλλακτικών καυσίμων» (από 7 σε 25). Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με απόφαση του υπουργού Γ. Σταθάκη (ΑΕΠΟ 52269/22-02-2017), παρέχει λιμενικές διευκολύνσεις στην ΑΓΕΤ, προκειμένου να εισάγει σκουπίδια από άλλες περιοχές (ή το εξωτερικό). Με αυτό τον τρόπο απαλλάσσει την εταιρία από το οικονομικό βάρος της μεταφοράς των εν λόγω καυσίμων με φορτηγά, αφού πλέον μεταφέρει με πλοία τα σκουπίδια, ανεβάζοντας τα όρια της καύσης «εναλλακτικών καυσίμων», από τους 7.386 τόνους που έκαιγε πειραματικά μέχρι εκείνη τη στιγμή, στα όρια που διαμορφώθηκαν μέσω των συνεχών τροποποιήσεων στην ΑΕΠΟ (η ΑΓΕΤ έχει άδεια για καύση περίπου 590.000 τόνων διαφόρων κατηγοριών «εναλλακτικών καυσίμων»).
Την ίδια στιγμή οι μηχανισμοί του τοπικού κράτους (δήμος και περιφέρεια) σε μία κίνηση άμεσα συνδεδεμένη τόσο με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς όσο και με τις επιχειρηματικές επιδιώξεις, ξεκινούν το Μάρτη του 2018 τη δημιουργία εργοστασίου επεξεργασίας απορριμάτων και την παραγωγικής SRF. Το έργο που χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ (την ΕΕ δηλαδή) με την πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής Βόλου και την υπογραφή του περιφερειάρχη Θεσσαλίας, ουσιαστικά επιχειρεί να επιχορηγήσει την ΑΓΕΤ με δωρεάν καύσιμο και να στήσει συνολικά μια επιχείρηση αγοράς και πώλησης σκουπιδιών.
Πέρα από τις αλλεπάλληλες υπουργικές αποφάσεις η προώθηση της καύσης σκουπιδιών είναι το αποτέλεσμα των σχεδιασμών της “παραγωγικής ανασυγκρότησης” που για να συγκρατήσει και να προσελκύσει “επενδύσεις” ρευστοποιεί τις εργασιακές σχέσεις και παραδίδει το φυσικό περιβάλλον στις ακόρεστες ορέξεις της κερδοφορίας. Είναι το αποτέλεσμα της κρίσης του καπιταλισμού που μετά την τεράστια επίθεση στην εργασία ετοιμάζεται να επελάσει με νέα καταστροφική μανία εναντίων της φύσης, ελπίζοντας σε μια ανάταση της κερδοφορίας του, θέτοντας συνολικά την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό πλούτο στα όρια της επιβίωσης τους. Το ζήτημα της καύσης των σκουπιδιών αποτελεί χαρακτηριστική εκδήλωση αυτών των κατευθύνσεων καθώς στα πλαίσια της “κυκλικής οικονομίας” ο καπιταλισμός μετατρέπει τα παράγωγα της υπερκαταναλωτικής του δραστηριότητας σε νέο κέρδος θυσιάζοντας ολόκληρες κοινωνίες.
Ποια είναι η ΑΓΕΤ και η Lafarge;Είναι το εργοστάσιο που από τη δεκαετία του “80” ακόμα, αποτέλεσε τον πρόδρομο ή αλλιώς το πεδίο πειραματισμού όλων των καπιταλιστικών «καινοτομιών» και δογμάτων. Εκεί επιλέχτηκε να γίνουν τα πρώτα πειράματα ιδιωτικοποιήσεων στρατηγικών τομέων της οικονομίας, στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Εκεί μεγαλούργησε και μεγαλουργεί το καθεστώς των εργολαβικών εργαζόμενων, που αποτέλεσε τον πρόδομο όλου του σύγχρονου εργασιακού σφαγείου. Εκεί απέκτησε ψυχή και σώμα ο υποταγμένος και εργοδοτικός συνδικαλισμός, πρόσφατο έργο του οποίου αποτελεί η χαφιέδικη καταγγελία επαγγελματιών του Βόλου που αντιτίθονταν στην καύση RDF. Το ίδιο εργοστάσιο επιλέγεται σήμερα για να νομιμοποιηθεί στο βωμό του κέρδους ένας από τους πιο χυδαίους εκβιασμούς που ήδη έχουν αρχίσει να ψελλίζουν διάφοροι καλοθελητές: Ή δηλητήριο για όλους μέσα σε μια εργασιακή και περιβαλλοντική κόλαση ή δουλειά για κανέναν.
Ο γαλλο-ελβετικός κολοσσός της βιομηχανίας τσιμέντου Lafarge- Holcim (κατέχει από το 2001 την πλειοψηφία των μετοχών της ΑΓΕΤ Ηρακλής) είναι η πολυεθνική που απαντώντας σε μηνυτήρια αναφορά για επιχειρηματικές συναλλαγές με τον ISIS, παραδέχθηκε ότι, προκειμένου να συνεχίσει τις δραστηριότητές της η συριακή μονάδα της εταιρείας, χρηματοδότησε μεσάζοντες για να έρθουν σε συμφωνία με ομάδες ενόπλων, οι οποίοι βρίσκονταν υπό διεθνή αποκλεισμό. Είναι ένα αδίστακτο καπιταλιστικό μεγαθήριο, που δε διστάζει να αξιοποιήσει και τα πλέον χυδαία και δολοφονικά μέσα για την περιφρούρηση των κερδών του.
Αυτά τα 2 χρόνια ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας του Βόλου, έδωσε και δίνει έναν πολύμορφο και διαρκή αγώνα (συλλαλητήρια, παραστάσεις διαμαρτυρίας, ακτιβισμούς, συγκρούσεις με δυνάμεις καταστολής κτλ). Σε αυτή τη μεγάλη μάχη αναγνωρίζουμε το θετικό ρόλο αλλά και τα όρια των κινηματικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων μιας σειράς πολιτικών και κοινωνικών φορέων. Αυτά τα όρια επιχειρεί να υπερβεί και ο Συντονισμό Συλλογικοτήτων που δημιουργήθηκε μέσα στις μάχες του προηγούμενου διαστήματος ως προσπάθεια έκφρασης μιας μαχητικής γραμμής ρήξης με τα κέντρα που προωθούν την καύση σκουπιδιών και ως φορέας επεξεργασιών που στο επίκεντρό τους δε θα θέτουν την ομαλή συνύπαρξη της ΑΓΕΤ και της κοινωνικής πλειοψηφίας, αλλά τη συνολική ήττα των επιχειρηματικών σχεδιασμών ως βασική προϋπόθεση μιας αξιοβίωτης ζωής.
Η βασική μας εκτίμηση είναι πως σήμερα βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή για την εξέλιξη της μάχης ενάντια στα επιχειρηματικά συμφέροντα. Αυτή η καμπή ορίζεται από 3 κύριες παραμέτρους. Πρώτον μια συντονισμένη προσπάθεια προσπάθεια ποινικοποίησης των λαϊκών αντιστάσεων και φίμωσης των τοπικών κοινωνιών. Ουσιαστικά στείνεται ένα πλέγμα που θα δίνει πλήρη ελευθερία στους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς και θα καθιστά παράνομη κάθε φωνή αντίθεσης. Οι αγωγές του προηγούμενο διαστήματος σε αγωνιστές ενάντια στην καύση στο Βόλο, οι κλίσεις σε απολογία των αγωνιστών ενάντια στις ανεμογεννήτριες στα Άγραφα και συνολικά η αναβάθμιση της κατασταλτικής εκστρατείας ορίζει ένα αναβαθμισμένο πεδίο αντιπαράθεσης το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από αναδίπλωση και εξορθολογισμό των κινημάτων, αλλά με μαχητική κλιμάκωση της πάλης. Δεύτερον μαζί με την καταστολή επιχειρείται με διάφορα μέσα να ενσωματωθεί η λαϊκή αντίδραση και να κινηθεί σε ακίνδυνα μονοπάτια. Η κουβέντα που διεξάγεται εδώ και αρκετό καιρό γύρο από τις μετρήσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, η συσχέτιση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με την κλιματική αλλαγή και μια πιο φιλική προς το περιβάλλον διαχείριση, αλλά και η συσχέτιση των εξορύξεων με πολεμικούς ανταγωνισμούς αποτελούν διαφορετικές όψεις ενός νομίσματος που επιχειρεί να επιβάλει τη σιωπή στην κοινωνική πλειοψηφία και να μετατρέψει μέρος της σε υποστηρικτές των πιο βάρβαρων σχεδιασμών. Η ανάδειξη των υποτιθέμενων οικονομικών οφελών για τις τοπικές κοινωνίες και η ανακύκλωση των ιδεολογημάτων περί “κοινωνικής εταιρικής ευθύνης”, αποτελούν και θα αποτελέσουν πεδία ενσωμάτωσης και εμπέδωσης της κοινωνικής ειρήνης. Τρίτο και τελευταίο στοιχείο είναι οι ίδιες οι κεντρικές κατευθύνσεις της κυρίαρχης πολιτικής και των κυβερνήσεων. Ο νέος αναπτυξιακός νόμος, αλλά και όλο το πλαίσιο της “πράσινης ανάπτυξης” και του ενεργειακού παροξυσμού αποτελούν τον πολιτικό βραχίονα που θα προωθήσει με γρήγορα και επιθετικά βήματα σχεδιασμούς για άμεση κερδοφορία του κεφαλαίου που θα ποδοπατούν εργασία, περιβάλλον και κοινωνικά δικαιώματα. Είναι ίσος η βασική κατεύθυνση που γεννά το καθήκον της ενοποίησης και του συντονισμού των επιμέρους κινημάτων κόντρα σε λογικές “τοπικότητας”, “εξαίρεσης” και “εξορθολογισμού”.
Οι εμπειρία που υπάρχει μέχρι σήμερα, αλλά και οι εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος μας υποχρεώνουν να θέσουμε ως άξονα της κουβέντας μας όχι απλά τον τοπικό χαρακτήρα των μεθοδεύσεων της αστικής πολιτικής, αλλά να βρούμε το νήμα που συνδέει αυτή τη βάρβαρη επίθεση και να παλέψουμε ενάντια στους βασικούς του πυλώνες. Αμφισβητούμε τον πυρήνα της ανάπτυξης του καπιταλισμού είτε αυτή είναι πράσινη είτε μαύρη πολύ απλά γιατί δεν επιχειρεί να απαντήσει στις κοινωνικές ανάγκες, αλλά στις ανάγκες κερδοφορίας. Υπερασπιζόμαστε το φυσικό πλούτο όχι ως ένα άυλο σώμα που υπάρχει τριγύρω μας για την ευημερία του ανθρώπου, αλλά ως μια αλληλένδετη συνέχεια με την ανθρώπινη ύπαρξη που μπορεί να υπάρξει μόνο με όρους συνύπαρξης. Παλεύουμε για τη θεμελίωση άλλων σχέσεων ζωής και παραγωγής που θα αντιπαλεύουν το υπερκαταναλωτικό καπιταλιστικό μοντέλο που δημιουργεί διαρκώς ελλείμματα πρώτων υλών, ενέργειας και αγαθών σε έναν κόσμο που η κοινωνική πλειοψηφία γίνεται φτωχότερη. Συγκροτούμε αγώνες και κινήματα που επιχειρούν να εκφράσουν τόσο τα άμεσα συμφέροντα των κοινωνιών στην υγεία, την εργασία, το φυσικό περιβάλλον και ταυτόχρονα θα αποτελούν οδηγό για το πως θέλουμε να ζούμε έξω από τα όρια του καπιταλιστικά εφικτού. Αντιμετωπίζουμε τους κρατικούς φορείς, τις πολιτικές δυνάμεις που τους διαχειρίζονται και τα οικονομικά λόμπι που εκφράζονται μέσω αυτών, ως ένα ενιαίο πολιτικό και κοινωνικό στρατόπεδο ενάντια στους αγώνες και τα δίκια του λαού. Από αυτή την άποψη παρεμβαίνουμε για να επιβάλλουμε τη λαϊκή βούληση και όχι μετατοπίσουμε ή να πάρουμε με το μέρος μας μέρος αυτού του συνεχούς. Παλεύουμε την κρατική καταστολή με εξωστρεφο μαζικό τρόπο υπερασπιζόμενοι κάθε αγωνιστή που στοχοποιείται απο τις διωκτικές αρχές και το επιχειρηματικό κατεστημένο. Συντονίζουμε και ενοποιούμε τις κοινωνικές αντιστάσεις και τα τοπικά κινήματα ως το μόνο δρόμο για τη δημιουργία ενός αντίπαλου δέους στην καπιταλιστική βαρβαρότητα που θα βάλει αναχώματα και θα διεξάγει νικηφόρους αγώνες.
Στη βάση αυτών των κατευθύνσεων ο Συντονισμός Συλλογικοτήτων προσπάθησε όλο το προηγούμενο διάστημα με τη δράση του και τις επεξεργασίες του να συμβάλει στην κλιμάκωση του κινήματος. Το ζήτημα τις καύσης σκουπιδιών έβγαλε εξάλλου στο προσκήνιο συνολικά το ζήτημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης τόσο στην πόλη μας όσο και ευρύτερα, αλλά και πιο συγκεκριμένα το ρόλο της ΑΓΕΤ και τις ασύδοτης βιομηχανικής δραστηριότητας εντός του αστικού ιστού των πόλεων. Από αυτή την άποψη θέσαμε και θέτουμε ένα πλαίσιο που ορίζει ως βασικό υπαίτιο την ίδια τη διαχείριση του εργοστασίου από ένα πολυεθνικό μονοπώλιο, αλλά και ένα μοντέλο παραγωγής που ορίζει ως προϋπόθεση κερδοφορίας την αποδοχή ύπαρξης ενός μεγάλου εργοστασίου στα σπλάχνα μιας πόλης. Σε αυτή την κατεύθυνση για να σταματήσει η καύση σκουπιδιών πιστεύουμε ότι πρέπει να υιοθετηθεί από το κίνημα μια στοιχειοθεσία που θα απαιτεί: την εκδίωξη της Lafarge και την κοινωνικοποίηση των εγκαταστάσεων του εργοστασίου, τη μετεγκατάσταση των διαδικασιών παραγωγής τσιμέντου σε χώρο με τη μικρότερη δυνατή περιβαλλοντική επιβάρυνση, την αναπροσαρμογή της παραγωγής του στη βάση των κοινωνικών αναγκών και όχι των χρηματιστηριακών ροών. Κατά την άποψή μας οι στόχοι αυτοί δηλώνουν με ξεκάθαρο τρόπο τους βασικούς υπαίτιους του προβλήματος και ορίζουν μια λύση στη βάση των κοινωνικών αναγκών και όχι μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης.
Το βασικό επίδικο των από εδώ και πέρα προσπαθειών είναι να χαραχθεί ένα σχέδιο άμεσης αγωνιστικής κλιμάκωσης που θα κάνει πρωταγωνιστή τη μαχόμενη πλειοψηφία και θα υποβαθμίζει αυταπάτες που γεννιούνται για θεσμικές λύσεις. Που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει κινηματικά γεγονότα που η εμβέλειά τους θα ξεπερνά τα όρια των πόλεων και με μαχητικό αγωνιστικό τρόπο θα επιβάλλει τη λαϊκή θέληση. Σε αυτή την κατεύθυνση προσανατολιζόμαστε για τη συνδιοργάνωση μιας μεγάλης κινητοποίησης πανελλαδικής εμβέλειας στο εργοστάσιο της ΑΓΕΤ με στόχο τον αποκλεισμό του εργοστασίου. Μια διαδικασία που να μπορεί να αποτελεί τόσο αναβάθμιση των μέχρι τώρα πεπραγμένων, αλλά και προσπάθεια ενοποίησης των κινημάτων ενάντια στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s