ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Νο 26, 30 Μάρτη 1991

Ο πόλεμος στον Κόλπο μόλις είχε τελειώσει, οι επιπτώσεις όμως αυτού του πολέμου συνεχίστηκαν και πολλαπλασιάστηκαν. Όλα τα τεράστια ζητήματα παρέμειναν ανοιχτά. Είναι γνωστό σε μας τους Μαρξιστές, πώς κάθε ιστορική κατάσταση – κι ο πόλεμος, μαζί με την επανάσταση, αποτελεί το κορυφαίο δείγμα μιας τέτοιας οριακής κατάστασης – αποδίδει σε πρόσωπα και πράγματα τ΄ αληθινά τους χρώματα. Ο πόλεμος στον Κόλπο ήταν η πρώτη ιστορική δοκιμασία στον μετά το τέλος της Γιάλτας κόσμο. Και δοκιμάστηκαν σ΄ αυτό, κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, κράτη και καθεστώτα, τάξεις και στρώματα, ομάδες και προσωπικότητες, κόμματα, τάσεις, ρεύματα, πολιτικές κι ακόμα πολιτισμικές μορφές, η λεγόμενη «δυτική κουλτούρα» συν τοις άλλοις…

Όσον αφορά τη διανόηση, ιδιαίτερα της Δυτικής Ευρώπης, η στάση της δοκιμάστηκε στον πόλεμο του Κόλπου και η ετυμηγορία, γραμμένη «επί το κονίαμα του τοίχου», είναι σαφής και αμετάκλητη: «εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα». Σ΄ ένα μεγάλο βαθμό, οι ευρωπαίοι διανοούμενοι, σ΄ αυτό τον πόλεμο κινήθηκαν προς τα δεξιά, στο πλευρό των ιμπεριαλιστών επιδρομέων.

Δεν μιλάμε για περιθωριακές περιπτώσεις, π.χ. τους διανοούμενους της επαρχιακής Ελλάδας, ιδιαίτερα εκείνους της «καθαρσιολογίας» που υπέγραφαν πύρινες καταγγελίες κατά της κοινής καθόδου του Συνασπισμού με το ΠΑΣΟΚ στις μονοεδρικές – για να πέσουν σε πλήρη αφασία όταν άρχιζε η κρίση στον Κόλπο και η «Καταιγίδα της Ερήμου». (Οι όποιες εξαιρέσεις, επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα). Κι ούτε, φυσικά, μιλάμε για εκείνο το τμήμα της διανόησης που σταθερά δίνει τις υπηρεσίες του στην καπιταλιστική αντίδραση, την Δεξιά και τον ιμπεριαλισμό.

Το χαρακτηριστικό σ΄ αυτό τον αποικιοκρατικό πόλεμο – σε διαμετρική αντίθεση με ότι συνέβη στον πόλεμο του Βιετνάμ ή και της Αλγερίας – είναι ότι με τη μεριά του ιμπεριαλισμού τάχτηκαν πολλοί επιφανείς εκπρόσωποι της διανόησης της ευρωπαϊκής Αριστεράς, ακόμη και στη «ριζοσπαστική» της εκδοχή. Μερικοί προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από μια μεσοβέζικη, μισοπασιφιτσική θέση «κατά του πολέμου» γενικά, αρνούμενοι, με ψευτομαρξίζουσες κατασκευές, να υπερασπίσουν το πρώην αποικιακό Ιράκ.

Έτσι, π.χ. ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, ο πάλαι ποτέ στενός συνεργάτης του Λουί Αλτουσέρ και κήρυκας του «στρουκτουραλιστικού μαρξισμού», από τη μια σήκωσε τα χέρια μ΄ αποτροπιασμό για τη «βαρβαρότητα του πολέμου» ζητώντας «κατάπαυση του πυρός», κι από την άλλη έβαλε στο ίδιο σακούλι θύματα και θύτες, το Ιράκ και τους ιμπεριαλιστές. Θεωρητικοποιώντας την απαράδεκτη στάση του, μίλησε για σύγκρουση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό της Δύσης και τον «μικροϊμπεριαλισμό» του Ιράκ (βλ. Λιμπερασιόν, 21 Φεβρουαρίου 1991).

Αλλά η θέση του Μπαλιμπάρ και των ομοίων του μπορεί να φαντάζει «αριστερή» μπροστά στην απροσχημάτιστη, ανοιχτή υποστήριξη στον ιμπεριαλισμό και στον πόλεμο, που έδωσαν πολλοί άλλοι, θεωρούμενοι σαν «αριστεροί» ή και «ακροαριστεροί» διανοούμενοι, εκπρόσωποι της «αμφισβήτησης» και του «ριζοσπαστισμού». Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Σταχυολογούμε μερικά. Στη Γερμανία, ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ και ο Βολφ Μπίρμαν χαιρέτισαν τον πόλεμο κατά «του νέου Χίτλερ της Βαγδάτης». Στη Βρετανία, ο Φρεντ Χαλλινταίυ, ο πάλαι ποτέ αναλυτής του αραβικού ριζοσπαστισμού και υμνητής των αντιιμπεριαλιστικών εθνικιστικών καθεστώτων της Μέσης Ανατολής, στάθηκε ανοιχτά υπέρ της ιμπεριαλιστικής επιδρομής κατά του «φασιστικού Ιράκ». Στην Ιταλία, ο θεωρητικός της «πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας» Μπόμπιο έγινε ο θεωρητικός του «δίκαιου πολέμου» μέχρι την οριστική συντριβή της ιρακινής πολεμικής μηχανής. Στη Γαλλία, ο πόλεμος κατά του Ιράκ αναγορεύτηκε σ΄ «επιβαλλόμενο», σε ύψιστη κατηγορική προσταγή, από μια ολόκληρη λεγεώνα διανοουμένων. Ανάμεσα στους λεγεωνάριους βρίσκουμε και τον πρώην μαρξίζοντα, πρώην «νεοαναρχίζοντα» και θεωρητικό του μεταμοντερνισμού Ζ. Φ. Λυοτάρ, ή ακόμα, και τον θεωρητικό της πάλης κατά του νεορατσισμού, τον Π.Α. Ταγκιέφ.

Απ΄ αυτό το μικρό, δειγματοληπτικό κατάλογο των πνευματικών λεγεωνάριων του ιμπεριαλισμού, ας μην παραλείψουμε και τον «δικό μας», τον αθεράπευτα ψυχροπολεμικό κήρυκα της «αυτονομίας», τον Κορνήλιο Καστοριάδη. Στη συνομιλία του με τον Εντγκάρ Μορέν (αναδημοσιεύτηκε στα Νέα της 23 Μαρτίου 1991 από τη Μοντ), παρουσίασε τον πόλεμο στον Κόλπο, λίγο-πολύ, σαν σύγκρουση της πολιτισμένης Δύσης, όπου έχει χαθεί η δυνατότητα χειραφέτησης αλλά παραμένει η κληρονομιά της δημοκρατίας (;), με τη βάρβαρη μουσουλμανική Ανατολή, που δεν μπορεί ούτε θέλει να ξεχωρίσει το πολιτικό από το θρησκευτικό (;;;).

Ο παραπάνω διάλογος Καστοριάδη – Μορέν είναι αξιοσημείωτος. Δείχνει καθαρά ότι οι ίδιοι διανοούμενοι που κάλυψαν ιδεολογικά τη γενοκτονία του ιρακινού λαού, προετοιμάζουν ενεργητικά τη νέα δαιμονολογία που χρειάζεται ο ιμπεριαλισμός για ν΄ αντικαταστήσει τη δαιμονολογία του «ψυχρού πολέμου» και της απολεσθείσης «αυτοκρατορίας του Κακού»: ο νέος δαίμονας που πρέπει να ξορκιστεί με τις έξυπνες βόμβες της ορθολογικής Δύσης, είναι ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός. Οσο κι αν κρύβονται πίσω από τα επιχειρήματα του υλισμού του 18ου αιώνα, ξέρουν καλά ότι η νέα στροφή εξαθλιωμένων μαζών προς το Ισλάμ δεν είναι απλώς μια αναβίωση θρησκευτικών προλήψεων. Είναι η ιδεαλιστική, αναχρονιστική, συμβολική έκφραση της ανταρσίας ενός δισεκατομμυρίου κολασμένων της γης ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, ενάντια στους «φωτισμένους» τυράννους της ιμπεριαλιστικής Δύσης.

Η πραγματική αντίφαση σήμερα δεν βρίσκεται ανάμεσα σε Διαφωτισμό και θρησκεία, ανάμεσα στον Ορθό Λόγο και τον θρησκευτικό σκοταδισμό, αλλά ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και τα θύματά της. Δεν υποστηρίζουμε, φυσικά, τα θρησκευτικά φετίχ, ούτε την αντικατάσταση του ¨Κεφαλαίου» του Μαρξ από το Κοράνι. Αρνούμαστε όμως την υποκρισία αυτών που παρουσιάζουν σαν υπεράσπιση του Λόγου την εκλογίκευση της ιμπεριαλιστικής κτηνωδίας.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΞΙΑ ΣΤΡΟΦΗ

Το ερώτημα παραμένει: Γιατί υπήρξε αυτή η πλατιά αποδοχή των πολεμικών σκοπών του ιμπεριαλισμού από ένα σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής διανόησης, και μάλιστα από εκείνο που συνδέθηκε με την Αριστερά, την αμφισβήτηση του καπιταλισμού, την αντίθεση στον ιμπεριαλισμό; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με τα κριτήρια του οικονομισμού ή ενός ρηχού κοινωνιολογισμού. Είναι απαράδεκτη, εξάλλου, οποιαδήποτε επιστροφή σ΄ έναν βαθιά αντιδραστικό, σκοταδιστικό αντιδιανοουμενισμό, στον οποίο έχει διαπρέπει ο σταλινισμός.

Πρόκειται για μια πρώτου μεγέθους ιδεολογική κρίση, στις συνθήκες παρατεταμένης και αδιέξοδης μέχρι τώρα κρίσης του παρακμασμένου καπιταλισμού, με τις διεθνείς αντιφάσεις του να συμπυκνώνονται εκρηκτικά, ξανά στον ευρωπαϊκό χώρο. Είναι κρίση του Πολιτισμού. Το σκεπτόμενο κομμάτι της καπιταλιστικής Ευρώπης – της μήτρας του καπιταλισμού, της αποικιοκρατίας, του ρατσισμού και του Αουσβιτς – φαίνεται να μην σκέφτεται πια, παρά να εκλογικεύει τις καταστροφικές τάσεις που γεννά ένα σύστημα στην προχωρημένη παρακμή του. Οσο κι αν μιλούν για τις αξίες του Διαφωτισμού, πρόκειται για το αναποδογύρισμά του, μια αντι-Aufklarung.

Ο Διαφωτισμός ήταν η αυγή του καπιταλισμού. Τώρα ζούμε το προχωρημένο λυκόφως του. Δεν ήταν πρωταρχικά η απέχθεια προς το καθεστώς του Σαντάμ που έσπρωξε τόσους «αριστερούς» διανοούμενους στην αγγαλιά του Σβάρτσκοπφ και τους μετέτρεψε σε πνευματικό παράρτημα του CNN. Δεν έδειξαν αντίστοιχη ευαισθησία στη διάρκεια του περσοϊρακινού πολέμου ούτε αντέδρασαν με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση σε άλλους πολέμους άλλων εποχών. Τώρα, ακόμα και ο πιο ανώδυνος πατσιφισμός καταγγέλονταν σα «φιλοσανταμισμός» και σαν έγκλημα κατά του πολιτισμού.

Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν βαθύτερα, σε υπόγεια ρεύματα που κυλούσαν μια ολόκληρη περίοδο κι εκτινάχτηκαν σαν πήδακας με την έκρηξη του πολέμου στον Κόλπο. Όταν κλυδωνίζονταν κι άρχισε να καταρρέει το οικοδόμημα της μεταπολεμικής καπιταλιστικής επέκτασης και άνθησης, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 ως τις αρχές της δεκαετίας του ΄70, μ΄ αιχμή την περίοδο από τον Μάη του 68 ως τη νίκη της Βιετναμέζικης Επανάστασης, μαζί με τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και της εργατικής τάξης, μια γενιά διανοούμενων στράφηκε προς τον μαρξισμό και τη σοσιαλιστική επανάσταση. Πηγή εξέγερσης κι έμπνευσης δεν ήταν μόνο οι μαζικοί εντιιμπεριαλιστικοί αγώνες του «Τρίτου Κόσμου» αλλά και οι αντιφάσεις της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Με τον γαλλικό Μάη, το ιταλικό φθινόπωρο, την Πορτογαλική Επανάσταση και την πτώση των δικτατοριών στην Ελλάδα και την Ισπανία, για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του ΄20 φάνηκε άμεση η προοπτική της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη και μάλιστα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η προοπτική που περίμεναν οι Μπολσεβίκοι μετά το 1917, χωρίς να πραγματοποιηθεί.

Η καθυστέρηση της προλεταριακής επανάστασης, που πληρώθηκε βαριά, με τη σταλινική τραγωδία, τον φασισμό, τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και η παράταση ζωής που κέρδισε μεταπολεμικά ο καπιταλισμός, φαίνονταν να παίρνουν τέλος. Η αμεσότητα της επαναστατικής ευκαιρίας γέννησε τεράστιες προσδοκίες, κινητοποίησε δυνάμεις, έδωσε έμπνευση στη θεωρητική έρευνα, έφερε τη ριζική αμφισβήτηση όχι μόνο του καπιταλισμού αλλά και των γραφειοκρατικών εργατικών κομμάτων και, ιδιαίτερα, του υπαρκτού σταλινισμού.

Οι γραφειοκρατίες όμως, παρά την κρίση, διατήρησαν μηχανισμούς ελέγχου του εργατικού κινήματος. Η κρίση της επαναστατικής ηγεσίας της εργατικής τάξης κορυφώθηκε χωρίς να λυθεί. Ο αυθορμητισμός των μαζών δεν επαρκούσε να σπάσει τα ιδεολογικά δεσμά και η επαναστατική μαρξιστική πρωτοπορία, πρώτα και κύρια το τροτσκιστικό κίνημα, παρά την τότε ανάπτυξη που πέτυχε, δεν έλυσε την κρίση ηγεσίας. Παρ΄ όλο που το οικονομικό θεμέλιο του μεταπολέμου – οι συμφωνίες του Μπρέτον Γουντς – γκρεμίστηκε, παρέμεινε το άλλο θεμέλιό του, το σύστημα της Γιάλτας. Η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία και η μπρενσνιεβική στασιμότητα ανταλλάχτηκαν με το ξεπούλημα της Γενικής Απεργίας στη Γαλλία το 1968. Ακολούθησε το θάψιμο της Πορτογαλικής Επανάστασης, η «ομαλή» transicion στην Ισπανία, η προσωρινή σταθεροποίηση του μεταπολιτευτικού καθεστώτος στην Ελλάδα.

Γεννήθηκαν νέες ελπίδες για «αριστερές» κυβερνήσεις στη μεσογειακή Ευρώπη, μέσω των καθεστωτικών «αριστερών» κομμάτων, που κι αυτές διαψεύστηκαν. Με τη διάψευση των επαναστατικών προσδοκιών του 1968-74 και των ελπίδων στα μετέπειτα ρεφορμιστικά εγχειρήματα, άρχισε η ιδεολογική αμπώτιδα. Η οικονομική κρίση του καπιταλισμού αποδείχτηκε παρατεταμένη, τα πολιτικά προβλήματα έγιναν πιο περίπλοκα, κι η ιδεολογική σύγχυση φούντωσε.

Η αριστερή διανόηση της δεκαετίας του ΄60, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70, αποπροσανατολισμένη, άρχισε να μετακινείται προς τα δεξιά. Ο διάχυτος σκεπτικισμός άρχισε ν΄ αποκρυσταλλώνεται σε θεωρίες για την «κρίση του μαρξισμού», για να καταλήξει στην αντιδραστική εξίσωση του μαρξισμού με τον σταλινισμό και το γκουλάγκ. Οι παλιοί «αστέρες» του Μάη έγιναν οι υστερικοί αντικομμουνιστές «Νέοι Φιλόσοφοι». Διάφορες σχολές σκέψης μ΄ αναφορά τον Μαρξισμό, στη Γαλλία (π.χ. Αλτουσέρ) και στην Ιταλία (π.χ. Κολλέτι) κατέρρευσαν προς τα δεξιά. Ο ανορθολογισμός φούντωσε, και μαζί του, σαν συνοδός πραγματιστική θεραπεία του, η στροφή στη λεγόμενη φιλελεύθερη αστική παράδοση. Ο άξονας που από τον Ρουσώ και τους γιακομπίνους οδηγεί, μέσω του Χέγγελ, στον Μαρξ και τους μπολσεβίκους, έγινε ο κύριος στόχος όλων των επιθέσεων των κυρίαρχων ιδεών της παρακμασμένης καπιταλιστικής κοινωνίας.

Σε συνθήκες γενικευμένης ιδεολογικής κρίσης ήρθε η δεκαετία του ΄80, με τον ρηγκανισμό, τον θατσερισμό, τις νεοσυντηρητικές επιθέσεις και το κερδοσκοπικό όργιο στα χρηματιστήρια. Ηταν η δεκαετία της πιό έντονης προσπάθειας του ιμπεριαλισμού ν΄ αναχαιτίσει τις επαναστατικές συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης του, που ξέσπασε στη δεκαετία του ΄70, με μια ξέφρενη επέκταση του πλασματικού κεφαλαίου, την εξαγορά μικροαστικών στρωμάτων και το νεοπλουτισμό τους, την αποθέωση του ατομικισμού, τη διόγκωση όλων των αυταπατών του καπιταλιστικού φετιχισμού – μαζί με το φούντωμα του αντικομμουνισμού, την έξαρση του ψυχρού πολέμου, τη ρηγκανική υστερία κατά της ΕΣΣΔ και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. Η γενιά του ΄60 και του ΄70, η γενιά των μεγάλων προσδοκιών και των μεγάλων διαψεύσεων, συναντήθηκε στη δεκαετία του ΄80 με τη γενιά των yuppies, τους νεόπλουτους μικροαστούς και κερδοσκόπους, τη γενιά της μεγάλης σαπουνόφουσκας. Η κουλτούρα του διαψευσμένου ριζοσπαστικού δράματος συναντήθηκε, αλληλοδιείσδυσε και αλληλεπίδρασε με την υποκουλτούρα του «less than zero» (υπό το μηδέν), για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός μοσχοπουλημένου μυθιστορήματος της yuppie generation.

Το «μεταμοντέρνο» δράμα ολοκληρώθηκε με την κατάρρευση των σταλινικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την ολόπλευρη κρίση της Σοβιετικής Ένωσης. Πάνω από τα ερείπια των ανατολικών καθεστώτων ακούστηκε η ιαχή των ιδεολόγων του καπιταλισμού: «Τέλειωσε ο καπιταλισμός, τέλειωσε ο μαρξισμός, τέλειωσε η Ιστορία». Πόσο αξίζουν τα λεγόμενά τους; Less than zero! Παρ΄ όλα αυτά, είναι αυτός ο αντιδραστικός ιδεαλιστικός πολτός που τινάχτηκε σαν πίδακας, μέσα από τα δημοσιεύματα και τη δημόσια στάση μιας ολόκληρης σειράς πρώην αριστερών διανοουμένων της Ευρώπης, όταν ήρθε η ώρα της κρίσης: ο πόλεμος στον Κόλπο. Έχοντας χάσει την ελπίδα στην επανάσταση και την κοινωνική χειραφέτηση, βλέποντας να καταρρέει ότι θεωρούσαν «αντίπαλο δέος» του ιμπεριαλισμού – την ΕΣΣΔ και το ανατολικό μπλοκ – και να λύνει τα χέρια των ΕΠΑ αυτή η κατάρρευση, ακολούθησαν στο μονοπάτι του πολέμου αυτόν που θεωρούν «ισχυρό» της ημέρας. Τον ιμπεριαλισμό.

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Το θέμα, όμως, δεν εξαντλείται εδώ. Η στάση των διανοούμενων δεν είναι απλώς η συμπεριφορά ενός οποιουδήποτε μικροαστικού στρώματος, που πιασμένο στον ανταγωνισμό των δυο βασικών τάξεων της κοινωνίας, πηγαίνει κάθε φορά μ΄ όποιον θεωρεί ισχυρότερο. Δεν είναι απλώς μικροαστοί, είναι διανοούμενοι. Μ΄ άλλα λόγια μπορούν να είναι ότι είναι στο βαθμό που συμμετέχουν στην πνευματική εργασία, τον πολιτισμό. Λόγω της σχετικής αυτονομίας του ρόλου τους, η κίνησή τους δεν αντανακλά μηχανικά την μερικότερη κοινωνική – ταξική τους θέση αλλά τις καθολικές αντιφάσεις της κοινωνίας, της ιστορικής εποχής. Είναι η συνολική κρίση της κοινωνίας που αντανακλάται σ΄ αυτή τη στάση, κι όχι μόνο η κρίση ενός τμήματος της μικροαστικής τάξης.

Ο ανταγωνισμός κεφαλαίου – εργασίας διαπερνά στο υψηλότερο σημείο τη διανόηση, είτε έχει συνείδηση είτε όχι αυτής της πραγματικότητας. Είναι αυτός ο ανταγωνισμός, κι η συνολική κρίση της κοινωνίας, του πολιτισμού και με τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της διανόησης. Παρά το γεγονός ότι η στάση της πλειοψηφίας ήταν αυτή που περιγράψαμε, δεν έλειψαν και οι θαρραλέες φωνές μιας αντιπολεμικής μειοψηφίας. Αναφέρουμε το παράδειγμα του Ζιλ Περώ ή του Λανγκλουά ή του Ντελέζ στη Γαλλία, τις έντονες αντιδράσεις ιταλών διανοούμενων στη φιλοπόλεμη στάση του Μπόμπιο, την θαραλλέα στάση του Νόαμ Τσόμσκυ στις ΕΠΑ.

Το ίδιο το μαζικό αντιπολεμικό κίνημα στην Ευρώπη – και τις ΗΠΑ – μ΄ όλες του τις συγχύσεις διαψεύδει το μύθο μιας γενικής συναίνεσης υπέρ του πολέμου του Μπους και, σίγουρα, είχε την απήχησή του και στους κόλπους της διανόησης. Ο κρισιμότερος όμως παράγοντας είναι η κατάσταση στο ίδιο το εργατικό κίνημα. Οι γραφειοκρατικές του ηγεσίες, μ΄ όλη τους την κρίση – κι ακόμα, λόγω αυτής της κρίσης – στάθηκαν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο στο πλευρό των ιμπεριαλιστών και του πολέμου: από τους επιγόνους του Στάλιν και του Μπριέζνιεφ στο Κρεμλίνο, που έδωσαν το πράσινο φως στην επίθεση, μέχρι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που στάθηκαν, μ΄ όλες τους τις εσωτερικές τριβές, στο πλευρό των ιμπεριαλιστών πολεμάρχων.

Η πίεση του ιμπεριαλισμού και της αντιιρακινής πολεμικής προπαγάνδας ήταν ισχυρή και πάνω στους κεντριστικούς σχηματισμούς, σε ομάδες της λεγόμενης άκρας αριστεράς ή και σε οργανώσεις που μιλούν στ΄ όνομα του τροτσκισμού. (Τόσο η γαλλική LCR της Ενιαίας Γραμματείας, όσο κι οι επίγονοι του Χήλυ στην ομάδα των Ρεντγκρέιβς π.χ., έβαλαν στο ίδιο τσουβάλι Ιράκ και ιμπεριαλιστές κι αρνήθηκαν να καλέσουν για τη νίκη του πρώτου και τη στρατιωτική ήττα του δεύτερου. Η σέχτα του Νορθ, πάλι, στις ΗΠΑ τη στιγμή που ξεσπούσε ο πόλεμος το μόνο που ζητούσε ήταν… «δημοψήφισμα για ν΄ αποφασίσει ο αμερικανικός λαός αν θα γίνει πόλεμος ή όχι!»). Μόνο μια μικρή μειοψηφία εργατικών οργανώσεων, μ΄ αναφορά κυρίως στον τροτσκισμό, κάλεσαν σε κινητοποίηση για την ήττα του ιμπεριαλισμού και τη νίκη του Ιράκ. Ανάμεσά τους και το δικό μας κόμμα, το ΕΕΚ – Τροτσκιστές.

Το ζήτημα όμως δεν είναι απλώς να παρθεί μια σωστή πολιτική θέση από μια ή περισσότερες οργανώσεις της εργατικής τάξης. Αυτή η θέση πρέπει νάναι προϊόν κι αναπόσπαστο μέρος μιας συνολικής επαναστατικής στρατηγικής και πρακτικής, που ν΄ ανοίγει μια αξιόπιστη επαναστατική εναλλακτική προοπτική εξουσίας στις πλατιές εργαζόμενες μάζες. Αυτό έλειψε και συνεχίζει να λείπει οδυνηρά. Η κρίση και ο αποπροσανατολισμός των διανοουμένων έχει τις ρίζες του σε τελευταία ανάλυση στην κρίση ηγεσίας του σύγχρονου προλεταριάτου, που έχει γίνει κρίση του ανθρώπινου πολιτισμού. Το 1938, στο Μεταβατικό Πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς, ο Λέων Τρότσκι έγραφε: «Ο προσανατολισμός των μαζών καθορίζεται πρώτα από τις αντικειμενικές συνθήκες του καταρρέοντος καπιταλισμού, και δεύτερο, από την προδοτική πολιτική των παλιών εργατικών οργανώσεων. Από τους δυο αυτούς παράγοντες, ο πρώτος, φυσικά, είναι ο αποφασιστικός: οι νόμοι της Ιστορίας είναι πιο ισχυροί από τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς… Κάθε μέρα που περνάει, οι απελπισμένες προσπάθειές τους να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας θα αποδείχνουν ολοένα και πιο καθαρά στις μάζες πώς η κρίση ηγεσίας του προλεταριάτου, έχοντας γίνει κρίση του ανθρώπινου πολιτισμού, δεν μπορεί να λυθεί παρά από την Τέταρτη Διεθνή». Ποτέ τα λόγια αυτά δεν ήταν πιο επίκαιρα όσο σήμερα.

(Το κείμενο από το ηλεκτρονικό αρχείο του Γ.Χλ.)

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s