1821: Επανάσταση κι Αντεπανάσταση

O AΓΩNAΣ TOY ’21 και η υπονόμευσή του

του Σάββα Μιχαήλ

Το μέλλοντα γενάμενο παρόν

Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Δεληβοριά Ο Αγώνας του ‘21 και η Υπονόμευσή του – Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού (Άγρα 2016), Μουσείο Μπενάκη, 13 Μαρτίου 2017
Το Ελευθεριόδεντρο! Μην το κόβεις, ξυλοκόπε, μην το κόβεις!

JAMES JOYCE, Finnegans Wake1

Η αληθινή συνάντηση του Άλλοτε με το Τώρα είναι πάντα ένα σοκ. Προπαντός όταν πρόκειται για μια συνάντηση του παρόντος με το ίδιο το ξεχασμένο τραύμα της μακρινής γέννησής του, με το συμβάν μιας καταγωγικής καταστροφής ή μιας επανάστασης. Ή και των δύο, μέσα στην Παράδοση των Καταπιεσμένων, όπως την ονόμαζε ο Walter Benjamin2, των εξεγερμένων αλλά νικημένων. Εκεί ανήκει και η “μάταια νικηφόρα επανάσταση” του 1821 στην Ελλάδα, σύμφωνα με την καίρια όσο και τραγική έκφραση της Μαρίας Δεληβοριά3.
“ Κάθε εποχή”, έγραφε ο Μπένγιαμιν, “πρέπει να κάνει την δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κονφορμισμό που είναι έτοιμος να την καταδυναστεύσει”4. Μια τέτοια προσπάθεια επιχειρεί με επιτυχία και η Μαρία Δεληβοριά στο νέο της βιβλίο Ο Αγώνας του ‘21 και η υπονόμευσή του – Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού, (Άγρα 2016).
Ενάντια στην κατεστημένη ρητορική της επίσημης, θεσμοποιημένης “εθνικοφροσύνης”, εξαρχής εξαπολύει βέλη ενάντια στους “διάφορ[ους] επετειακ[ούς] πανηγυρι[κούς] και πανηγυρισμ[ούς] που υποβάλλουν και τελικά επιβάλλουν μια οιονεί ακύρωση της σημασίας των επαναστατικών γεγονότων” σβήνοντας το γεγονός ότι η επανάσταση του ‘21 ήταν, ακριβώς, πρώτα απ’ όλα επανάσταση, με όλη την σημασία της λέξης, “ανατροπή καταλυτική”, “η μεγάλη τομή”5.
Με την ίδια οξύτητα -μια νηφάλια δριμύτητα που χαρακτηρίζει το πνευματικό της ύφος- η Δεληβοριά αντιτίθεται σε κάθε επιβολή έτοιμων σχημάτων πάνω σε μια δυναμική, περίπλοκη, απροσδόκητη, αινιγματική, αντιφατική πραγματικότητα. Ανεξάρτητα εάν αυτά τα “προαποφασισμένα θεωρητικά σχήματα” είναι “δεξιάς” ή “αριστερής” στόχευσης, “εθνοκεντρικά” ή “μαρξιστικά”, “νεωτερικά” ή “μετανεωτερικά”, “παραδοσιακής ή “εκσυγχρονιστικής” οπτικής”, αδυνατούν να συλλάβουν καταστάσεις και γεγονότα “κυρίως τα συνταρακτικά, όπως το γεγονός μιας συλλογικής επαναστατικότητας”6.
Η οξεία κριτική της Μαρίας Δεληβοριά στις προσπάθειες ακύρωσης της “συλλογικής επαναστατικότητας” του Αγώνα του ‘21 κλιμακώνεται όταν φτάνει στις πιο πρόσφατες “εκσυγχρονιστικές”, “μεταμοντέρνες”, τάχα “απομυθοποιητικές” ιστοριογραφικές αναγνώσεις που βλέπουν “προοδευτικότητα” κι “εκσυγχρονιστική πολιτική” στην αντεπαναστατική πολιτεία των αστικών ελίτ που υπονόμευσαν τον επαναστατικό Αγώνα7.
Παρόμοια “μεταμοντέρνα” σχήματα φύτρωσαν στο ιστορικό έδαφος του δικού μας fin de siècle, όταν κορυφώνονταν η παγκοσμιοποίηση του πλασματικού κεφαλαίου, η αλληλένδετη μαζί της, απόλυτη, φετιχιστική αντιστροφή της κοινωνικής πραγματικότητας – μαζί και η “παρ’ ημίν” φενάκη ότι η Ελλάδα πλέον αναβαθμίστηκε και ανήκει (ή πρέπει να ανήκει) στον “σκληρό πυρήνα” των ηγεμόνων της ευρωπαϊκής Δύσης.
Οι φενάκες δεν καταρρέουν αυτόματα μαζί με τούς όρους που τις γέννησαν. Όχι μόνο καθυστερούν αλλά συχνά και δυναμώνουν, σκληραίνουν, λειτουργούν σαν αμυντικός μηχανισμός μέσα στην γενικευμένη σύγχυση και τον ορυμαγδό της χωρίς προηγούμενο παγκόσμιας κρίσης, στην οποία κατέληξε ο υποτιθέμενος “θρίαμβος” της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και το “τέλος της Ιστορίας” που οι Κυρίαρχοι βιάστηκαν να γιορτάσουν το 1989 και το 1991.
Το σοκ της σύγκρουσης ανάμεσα στο ταραγμένο Τώρα και το Άλλοτε, το πρόσφατο, το παλιότερο και το απώτατο, γίνεται ακόμα πιο τρομερό. Ρήγματα ανοίγονται, διαλύονται στέρεες μέχρι τώρα βεβαιότητες και προκαταλήψεις, ζόμπι του θρησκευτικού, εθνικιστικού και φασιστικού αγριανθρωπισμού εμφανίζονται ξανά. Οι ασυνείδητες διαδικασίες της Ιστορίας απαιτούν συνειδητή έκφραση. Το σοκ κάνει επιτακτική την ανάγκη ιστορικής αυτογνωσίας. Προπαντός, καθώς ακούγεται, όπως έλεγε κι ο Καβάφης, η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων8.

Η κρίση της Ιστορίας και η κρίση του Ποιητή

Το νέο ιστορικό βιβλίο της Δεληβοριά για τον Αγώνα του ‘21… συνθέτει μαζί με την προηγούμενη ερμηνευτική της δοκιμή για την σολωμική Γυναίκα της Ζάκυθος9 ένα δίπτυχο, όπου στην μία όψη, η Ιστορία φωτίζει το αριστουργηματικό ζοφερό κείμενο του Ποιητή και στην άλλη, ο Ποιητής φωτίζει τον σκοτεινό Λαβύρινθο της Ιστορίας.
Καθόλου τυχαία, στα κεφάλαια του ιστορικού βιβλίου έχουν μπει καίριες φράσεις από την Γυναίκα της Ζάκυθος σαν φωτεινοί οδοδείκτες στις στοές του λαβυρίνθου.
Στον Αγώνα του ‘21 η Μαρία Δεληβοριά έρχεται σε έναν διεξοδικό διάλογο με τις σύγχρονες με την Επανάσταση μαρτυρίες και πηγές, τεχνουργώντας, ψηφίδα-ψηφίδα σε ένα συγκλονιστικό ψηφιδωτό την τραγική εικόνα μιας μάταια νικηφόρας επανάστασης, ενός Αγώνα που σε κάθε βήμα υπονομεύονταν από τα μέσα. Είναι πάντως από τα χέρια του Διονυσίου Σολωμού που παίρνει το νήμα της Αριάδνης.
Όχι μόνον Η Γυναίκα της Ζάκυθος αλλά το όλο έργο του ποιητή -ο Διάλογος, ο Ύμνος στην Ελευθερία, το Εγκώμιο στον Ούγο Φώσκολο, ο Κρητικός, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, το ίδιο το Αρχιπέλαγος των Αυτογράφων Έργων- παρατίθεται σε αντίστιξη με τις ιστορικές εξελίξεις.
Ο Σολωμός, όπως δείχνει και η συγγραφέας ήταν ένας άμεσα ενδιαφερόμενος, άμεσα πληροφορημένος, αυτόπτης μάρτυρας των τεκταινομένων του Αγώνα, του ηρωισμού του και της άθλιας υπονόμευσής του, σταθερά ταγμένος στο πλευρό των επαναστατών και κριτής αμείλικτος των εχθρών του λαού. Αλλά η πανταχού παρουσία του Ποιητή μέσα στο βιβλίο δεν αναγνωρίζεται μονάχα σαν μια πολύτιμη μαρτυρία και αξιόπιστη πηγή ιστορικών πληροφοριών. Η κρίση του Ποιητή δεν είναι απλώς κριτική στους πρωταγωνιστές της εξελισσόμενης Ιστορίας. Είναι η παρουσία της ίδιας της Ποίησης μέσα στην Ιστορία σαν το Άλλο της Ιστορίας μέσα στην Ιστορία, ή για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Georges Didi-Huberman για την τέχνη, είναι “το μάτι της Ιστορίας”.
Ο Διονύσιος Σολωμός είναι η ποιητική, φιλοσοφική, πολιτική, ιστορική συνείδηση του καιρού του, ένας Hölderlin από την Ζάκυνθο. Η σολωμική ποίηση είναι ο ποιητικός αναστοχασμός της ίδιας της Ιστορίας, της κρίσης της ίδιας της Επανάστασης, η ανaδημιουργία της σε Ποίηση υψηλή και σε βαθειά κρίση. Μια κρίση που κρίνει και ζητά Δικαιοσύνη.
Όπως έχουμε υποστηρίξει αλλού10, τα εκπληκτικά σπαράγματα της ποίησης του Σολωμού, ο τεμαχισμός του ποιητικού σώματος του Διονύσου/Διονυσίου δεν αντιστοιχούν στα fragmenta του ρομαντισμού ούτε σε κάποια αποτυχία ολοκλήρωσης του ποιητικού έργου αλλά στον σπαραγμό του ίδιου του σώματος της επανάστασης του ‘21 από ντόπιους και ξένους λύκους.

Η αντεπανάσταση μέσα στην επανάσταση

“Τί είναι Ελλάδα;” αναρωτιόταν με δυσφορία ο Μέττερνιχ11. Το ερώτημα, προερχόμενο από τον εγκέφαλο της αντεπαναστατικής Ιεράς Συμμαχίας, δεν ήταν ακαδημαϊκό. Εννοούσε: “Τί σημαίνει επανάσταση στην Ελλάδα;” Κι υποδηλώνει τις άμεσες διεθνείς διαστάσεις της: “Τί σημαίνει μια επανάσταση στην Ελλάδα ως απειλή για το status quo στην Ευρώπη; Ποιος ο επαναστατικός αντίκτυπος στους άλλους λαούς; Ποιες οι συνέπειες για τους διεθνείς συσχετισμούς και τους ανταγωνισμούς συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων;” Ερωτήματα επιτακτικά κι επίκαιρα όχι μόνο για τους Μέττερνιχ της αντεπανάστασης, παλιούς και νεότερους, αλλά και για τους ίδιους τους επαναστάτες, άλλοτε και τώρα.
Η επανάσταση του 1821, βεβαίως, εντάσσεται στη γενικότερη ιστορική διαδικασία της διεθνούς εξάπλωσης του καπιταλισμού, της αποσύνθεσης του ασιατικού δεσποτισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της ανάδυσης εθνικών αστικών τάξεων και του μοντέρνου Κράτους-Έθνους. Αυτή, όμως, η διεθνής ιστορική διαδικασία, μέσα στην ανισομέρειά της, συνδυάζει τα βασικά χαρακτηριστικά πάντα με ένα πρωτότυπο, ανεπανάληπτο στην ιδιαιτερότητά του τρόπο. Ο αναδυόμενος στη νεωτερικότητα κι εξελισσόμενος κοινωνικός σχηματισμός της Ελλάδας, μαζί και η ελληνική επανάσταση του ‘21, πρέπει να ιδωθούν διαλεκτικά, όπως βλέπει ο Σολωμός στους Στοχασμούς το δικό του έργο εν προόδω: individuale nello spirito della sua generalità generante12 – ατομικό στο πνεύμα της γενεσιουργού του γενικότητας.
Η σχετική συζήτηση γέννησε, μέσα σε διαφορετικές συγκυρίες, πολλές διαφορετικές απόψεις, έρευνες, αντιπαραθέσεις – και παραμένει πάντα ανοιχτή. Η συμβολή της Μαρίας Δεληβοριά φωτίζει ιδιαίτερα την διαλεκτική ανάμεσα στον απελευθερωτικό Αγώνα, μια θυελλώδη λαϊκή Επανάσταση που ξεκινά με εντυπωσιακές νίκες, και στις εσωτερικές συγκρούσεις των κοινωνικών δυνάμεων και των πολιτικών ηγεσιών που εμπλέκονται και συμπλέκονται σ’ αυτήν, οδηγώντας σε καταστροφικές για τον λαό ήττες και στην ματαίωση: στο οξύμωρον μιας “μάταια νικηφόρας επανάστασης”.
Ένας τυπικός, ταξινομητικός προσδιορισμός της Επανάστασης του 1821 απλώς σαν “εθνικοαπελευθερωτικής αστικής επανάστασης”, αν και σωστός μέσα σε ορισμένα όρια της ανάλυσης, δεν επαρκεί για να εξηγήσει το οξύμωρον. Πολύ λιγότερο το ανιστόρητο, σταλινικής κοπής, κατασκεύασμα κάποιου “αστικοτσιφλικάδικου συνασπισμού” που τάχα “εμπόδισε την ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού σταδίου”. Σίγουρα ήταν μια ανερχόμενη αστική τάξη -ετερογενής και διεσπασμένη, αρπακτική κι αχόρταγη, ψοφοδεής αλλά κι ανελέητη, αλαζονική και συνάμα δουλοπρεπής- η κοινωνική τάξη που βρέθηκε στο τιμόνι της επανάστασης και την χαντάκωσε. Γιατί; Τί είδους αστική τάξη ήταν αυτή – που έγινε και παραμένει, μ’ όλες τις μεταλλαγές της, η κυρίαρχη τάξη του νεοελληνικού κράτους;
Καταγωγή έχει στις ελληνικές αστικές ελίτ τόσο μέσα στην οθωμανική επικράτεια όσο κι ανάμεσα σ’ αυτήν και τα κέντρα πολιτικής και οικονομικής ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων: είναι Φαναριώτες αξιωματούχοι της οθωμανικής διοίκησης, τοπικοί προεστοί φοροσυλλέκτες της Πύλης, μεγαλέμποροι μεταπράτες e tutti quanti. Μαζί τους κουβαλούσαν και “αγέλας ημιλογιωτάτων”13, αμαθών και κομπορρημόνων, σαν τον Σοφολογιώτατο που κατακεραυνώνει ο Σολωμός στον Διάλογο.
“H εκτίμηση”, γράφει η Μαρία Δεληβοριά, “ότι ορισμένες ομάδες σε προνομιούχες τάξεις του ελληνισμού ήταν αντίθετες με την επανάσταση επειδή η διατήρηση της τουρκικής κυριαρχίας ευνοούσε τα συμφέροντά τους, όπως ευνοούσε και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, αποτυπώνεται σε διάφορα κείμενα της εποχής, ελληνικά και ξένα, από την προεπαναστατική ήδη περίοδο”14.
Παρατίθεται πρώτη η περίφημη Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί ελευθερίας Ανωνύμου του Έλληνος που αφιερώνεται “ως αρραβώνας εκδικήσεως” στον Ρήγα, τον μεγάλο οραματιστή της Βαλκανικής Ομοσπονδίας των ελεύθερων λαών που θα την δημιουργούσε, κατά τον Θούριο, μια επαναστατική πυρκαγιά “από την Μπόσνα έως την Αραπιά”. Ο Ανώνυμος Έλληνας ομοϊδεάτης του, όπως γράφει η Δεληβοριά, θεωρεί ως μόνον επικίνδυνο τον “εσωτερικό εχθρό” της επανάστασης και τον περιγράφει επακριβώς: είναι “οι συνεργοί της τυραννίας”, “οι ουτιδανοί άρχοντες, οι φιλάργυροι και αμαθείς αρχιεπίσκοποι· εκείνοι οι αυθάδεις και όντως βάρβαροι προεστοί” και “μάλιστα εκείνοι οι βρωμοάρχοντες της Κωνσταντινουπόλεως [Φαναριώτες], όπου όσον τύφος και αλαζονείαν έχουσιν, άλλην τόσην αμάθειαν και δισχυρογνωμίαν φυλάττουσιν”15.
Τους ίδιους συνεργούς της οθωμανικής εξουσίας καυτηριάζει και η εμπρηστική σάτιρα Ο Ρωσσαγγλογάλλος μαζί και τους εμπόρους που διακηρύσουν “Ημείς, το πλείστον μέρος εκ των πραγματευτών,/θέλομεν πάντα άσπρα, κι ας έχομεν ζυγόν” αλλά και τον αντεπαναστατικό ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων16.
Οι “συνεργοί της τυραννίας” και οι με το αζημίωτο υπηρέτες της Αγγλίας και των άλλων Μεγάλων Δυνάμεων πρόστρεξαν μόλις ξέσπασε ο Αγώνας και κατέλαβαν όλα τα ηγετικά πόστα της “Διοικήσεως”, των προσωρινών κυβερνήσεων και των αντιδημοκρατικά θεσμοποιημένων οργάνων. Σπείρανε τους καταστροφικούς εμφυλίους πολέμους για να θερίσουν το μονοπώλιο της πολιτικής εξουσίας. Μιας εξουσίας κερδοφόρας μέσα στην υποτέλειά της.
Η Μαρία Δεληβοριά το δείχνει τεκμηριωμένα κι ανάγλυφα. Ανάμεσα στα άλλα παρατίθεται και το χαρακτηριστικό γράμμα του οργισμένου Ρώμα προς τον συντηρητικό Παλαιών Πατρών Γερμανό: “…οι Φαναριώται μας έφεραν εις τοιαύτην επονείδιστον θέσιν. Αυτοί, ως φαίνεται εσυνέργησαν τοιούτον ολέθριον αποτέλεσμα [εννοεί τον εμφύλιο πόλεμο], με σκοπόν να υψωθούν εις την κορυφήν των σκλάβων, οπού αυτοί ετοιμάζουσι να καθιερώσωσι, ή του Αγαρηνού ή των Ευρωπαίων…”17.
Αδίστακτη, ανελέητη πάλη για εξουσία – μια εξουσία υποτελή, “εις την κορυφήν των σκλάβων ή του Αγαρηνού ή των Ευρωπαίων”. Ο Byron είχε διακρίνει τρεις δυνατότητες που είχε η ελληνική επανάσταση μπροστά της και ο Σολωμός τις παραθέτει σε σημείωση στα ιταλικά: να αποκτήσει ξανά την ελευθερία – riconquistare la libertá· ή να γίνει χώρα εξαρτημένη στους Ευρωπαίους ηγεμόνες – una dipendenza de’ Sovrani Europei· ή να γίνει τουρκική επαρχία – una provincia turca18. Το συμπέρασμα και του Μπάϋρον και του Σολωμού ήταν ότι ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ο δρόμος για τις δύο τελευταίες δυνατότητες. Και πράγματι, οι αλληλοσπαρασσόμενες για την “κορυφήν των σκλάβων” φατρίες των αρχόντων και αίτηση υποτέλειας κάνανε στην Αγγλία να μεσιτεύσει στον Σουλτάνο και ήταν έτοιμες να αποδεχτούν να γίνει έστω “η Πελοπόννησος και αι νήσοι έν οσποδοράτον ή και δύο”19, μια τύποις “ηγεμονία” σκλάβα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με “πρίγκηπα” στην κορυφή των σκλάβων Έλληνα άρχοντα.
Με τους τέτοιους στόχους, ένα οσποδαράτον ή μια dipendenza, το μόνο μέσο επίτευξης ήταν ο εμφύλιος πόλεμος των ολιγαρχικών κατά των δημοκρατικών. Η εξόντωση όχι τόσο των ανταγωνιστών στη νομή της εξουσίας όσο των ίδιων των αγωνιστών της Ελευθερίας. Με μια κουβέντα: η αντεπανάσταση.
Για έναν Κολοκοτρώνη που φώναζε “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους”, η θέση του ήταν στο μπουντρούμι ή στο χώμα. Ένας Οδυσσέας Ανδρούτσος, που οι ξένοι συγκρίνανε με τον Μπολίβαρ κι οποίος κατάγγελνε “την φιλαρχίαν και την φιλοπλουτίαν”20, “ο άνθρωπος ούτος είναι περιττόν να υπάρχη εν τοις ζώσιν” θα γράψει απροκάλυπτα ο πρόεδρος της Κυβέρνησης Γεώργιος Κουντουριώτης21. Ένας μέγας επαναστάτης κι οργανωτής πολεμικών νικών σαν τον Καραϊσκάκη δεν θα γινόταν ποτέ “le serviteur très humble της Διοικήσεως”, όπως απαιτούσε ο Αλεξάνδρος Μαυροκορδάτος22 και, τελικά, θα δολοφονηθεί23 από τα τσιράκια του θρασύδειλου “αρχιστράτηγου” Κόχραν – προκάτοχου του Σκόμπι.
Η αντιπαλότητα της διοικητικής ελίτ δεν ήταν απέναντι σε κάποιους μεμονωμένους “ατίθασους” οπλαρχηγούς. ‘Ηταν, όπως γράφει και τεκμηριώνει η Μαρία Δεληβοριά “συνειδητή αντιπαλότητα προς την επανάσταση”24, υπονομεύοντάς την στο ίδιο το πολεμικό πεδίο που θα μπορούσε να νικήσει στρατιωτικά, οργανώνοντας “αντενέργειες”, συνειδητό σαμποτάζ.
Παρακολουθούμε, στο βιβλίο, την κάθοδο της Επανάστασης στους αλλεπάλληλους κύκλους μιας δαντικής Κόλασης, από καταστροφή σε καταστροφή: το πνίξιμο της Επανάστασης στην Κρήτη, την σφαγή στην Κάσο, την καταστροφή των Ψαρών, τον όλεθρο που έσπειρε ο Ιμπραήμ, προπαντός -σαν συμπύκνωση και κορύφωση των προηγούμενων συμφορών και καμπή της επανάστασης- την επική τραγωδία του Μεσολογγίου. Γίνεται φανερό ότι όλα τούτα τα δεινά θα μπορούσαν να αποτραπούν αν δεν υπήρχαν η σκόπιμη ολιγωρία κι οι “αντενέργειες” της “σεβαστής Διοικήσεως”, της ιταμής εκείνης “έχθρισας του έθνους” που ενσαρκώνει η διαβολική Γυναίκα της Ζάκυθος, εν τέλει, της ίδιας αστικής ελίτ που, αργότερα, σαν άρχουσα τάξη θα θάψει τις καταστροφές και την ενοχή της κάτω από πανηγυρικούς και πανηγυρισμούς με κατάθεση στεφάνων κι εθνικιστικούς μύθους.
Ο Antonio Gramsci είχε γράψει ότι οι Γάλλοι Γιακωμπίνοι προχώρησαν την Επανάσταση σπρώχνοντας με το ζόρι την γαλλική αστική τάξη, δίνοντάς της συχνά κλωτσιές στα οπίσθια. Η τελευταία, αφού περίμενε πρώτα να ανοίξει ο δρόμος στην εγκαθίδρυση των συμφερόντων της, ανταπόδοσε τις κλωτσιές με το Θερμιδώρ και στέλνοντας τους Γιακωμπίνους στην λαιμητόμο. Η ελληνική αστική τάξη, αντίθετα δεν περίμενε αλλά κατέφυγε, σαν προσφορότερο δρόμο εγκαθίδρυσης των συμφερόντων της, στην αντεπανάσταση μέσα στην επανάσταση.
Συγκρίνοντας την Γαλλική Επανάσταση του 1789 μ’ εκείνη του 1848 και με την Pωσική του 1905, ο Λέων Τρότσκυ έγραφε: “Η επανάσταση μπορεί να επιτευχθεί είτε από ένα έθνος που συσπειρώνεται, όπως ένα λιοντάρι έτοιμο να εφορμήσει, ή από ένα έθνος που, στη διαδικασία του αγώνα, εν τέλει διχάζεται, για να απελευθερώσει το καλύτερο τμήμα του για την επιτέλεση εκείνων των καθηκόντων που το έθνος ως όλο δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει.[…] Η μέση οδός στην παραπάνω περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, είναι ό,τι χειρότερο”25.
Στην Ελλάδα δεν υπήρχε καν η “μέση οδός”. Οι αστοί, αξιωματούχοι και προύχοντες, διασπασμένοι και συνδεμένοι με αντίθετα κέντρα Μεγάλων Δυνάμεων εχθρικών στην επανάσταση, επιδίωκαν ο καθείς και τα συμφέροντα της φατρίας του, φοβούμενοι τις εξεγερμένες λαϊκές μάζες και υπονομεύοντας συστηματικά τον Αγώνα τους. Από την άλλη, στο επαναστατικό στρατόπεδο των πληβειακών – αγροτικών μαζών, δεν υπήρχε ακόμα εκείνη η κοινωνική δύναμη, η εργατική τάξη, που θα μπορούσε να ενώσει όλους τους καταπιεσμένους στον αγώνα για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση, κάνοντας την επανάσταση διαρκή.
Στην περίπτωση του 1821 δεν υπήρχε ούτε έθνος συσπειρωμένο σαν λιοντάρι ούτε ένας διχασμός που θα χώριζε την ήρα από το στάρι, θα απελευθέρωνε εκείνο το τμήμα το ικανό να φέρει τη νίκη. Η “μέση οδός” κάποιου συμβιβασμού, η “λύση του μικρότερου κακού” που είναι συνήθως “ό,τι χειρότερο”, κι αυτή ήταν ανύπαρκτη. Απέμενε μόνον η οδός του κατακερματισμού.
Γι’ αυτό κι ο Σολωμός θα γράψει στην Γυναίκα της Ζάκυθος, με απέραντη πικρία, εκείνα τα λόγια: Είδες να μαδάνε την κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα; Έτσι πάει το έθνος26.

Χρέος κι εξουσία

Καταλυτικό ρόλο στο φούντωμα των φυγόκεντρων τάσεων και του κατακερματισμού, στην ίδια την εμπέδωση της αντεπανάστασης μέσα στην μάταια νικηφόρα επανάσταση, έπαιξαν τα περιβόητα αγγλικά δάνεια με ληστρικούς όρους, το συντριπτικό “μη βιώσιμο” χρέος κι η ίδια η χρεοκοπία της χώρας το 1827 πριν καν γίνει “ανεξάρτητο” κράτος. Όπως παραδέχεται ένα δημοσίευμα των Times του Λονδίνου που παραθέτει και η Δεληβοριά: “Η Ελλάς απώλεσε πάντα τα πλεονεκτήματα, όσα εκ του δανείου προσδοκούσε. Η ελληνική υπόθεσις προδόθηκε και προδόθηκε στην Αγγλία. Θα εθριάμβευεν άνευ της Αγγλίας και του αγγλικού Χρηματιστηρίου”27.
Η Μαρία Δεληβοριά μας θυμίζει τους εξωφρενικούς όρους (αλλά και την διασπάθιση) των δανείων τον καιρό του Αγώνα “Από το πρώτο δάνειο που συνομολογήθηκε τον Φεβρουάριο του 1824 για το ονομαστικό ποσό των 800.000 λιρών, μετά την αφαίρεση τόκων, χρεολυσίων, προμηθειών κ.λπ., έφθασαν στην Ελλάδα “308.000 λίρες σε μετρητά και πολεμοφόδια αξίας 11.900 λιρών, ενώ από το δεύτερο δάνειο που συνομολογήθηκε τον Φεβρουάριο του 1825 για 2.000.000 λίρες έφτασαν στην Ελλάδα 232.558 λίρες μόνον! Δηλαδή “… η επαναστατική κυβέρνηση, άρα το κυοφορούμενο ελληνικό κράτος χρεώθηκε -συνολικά- με 2.800.000 λίρες στερλίνες και εισέπραξε μόνο 540.000 […] Επιπλέον ανέλαβε να καταβάλλει 154.000 λίρες το χρόνο, ως τόκο επί του ονομαστικού κεφαλαίου των 2.800.000 […] που σημαίνει ότι, για να πληρώσει έστω και μόνο τους τόκους, το ελληνικό κράτος θα εξαντλούσε μέσα σε τέσσερα χρόνια ολόκληρο το κεφάλαιο των 540.000 λιρών που είχε εισπράξει ως δάνειο”28.
Όπως ήταν αναμενόμενο κηρύχτηκε παύση πληρωμών το 1827, χρεοκοπία του κυοφορούμενου κράτους, ενώ το μη βιώσιμο χρέος “διευθετήθηκε” 53 χρόνια μετά την σύναψη των δανείων, το 1878, ώστε η Ελλάδα να μπει ξανά στις περιβόητες και περιπόθητες “αγορές” το 1879…
Déjà vu, déjà vecu? Η πρώτη, αλλά όχι και τελευταία, εξωφρενική χρέωση και χρεοκοπία της χώρας θα σημαδέψει ανεξίτηλα το νεοελληνικό κράτος, την εξάρτησή του, τις διεθνείς και εσωτερικές σχέσεις του, την δόμηση των σχέσεών του με τα κυκλώματα πολιτικής πατρωνίας και πελατείας, σε όλη την παραπέρα πορεία του μέχρι τις οδυνηρές μέρες μας.
Αξίζει να προσέξουμε δύο σημεία που τονίζει η Δεληβοριά.
Πρώτον, την πρωτοβουλία για τα δάνεια την πηραν οι ίδιοι οι Άγγλοι πιστωτές: «Την περίοδο αυτή υπήρχαν πλεονάζοντα κεφάλαια στην χρηματαγορά του Λονδίνου που καθιστούσαν “τοποθετήσεις” ριψοκίνδυνες ή και κερδοσκοπικές ιδιαίτερα επικερδείς»29. Η δανειοδότηση έχει να κάνει με την αναζήτηση διεθνών διεξόδων στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στα ίδια τα μητροπολιτικά κέντρα. Στη συνέχεια, τα δάνεια γίνονται μηχανισμοί πολιτικής χειραγώγησης των υπερχρεωμένων χωρών σύμφωνα με τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς και διεθνείς ανταγωνισμούς.
Το δεύτερο σημείο, το οποίο συνήθως παραβλέπεται και που αναδεικνύεται σαφέστατα στην τεκμηρίωση του βιβλίου, είναι ότι τα δάνεια, η διαχείριση των χρεών, η ίδια η διαχείριση της κρατικής χρεοκοπίας από τους εκάστοτε Έλληνες κρατούντες και τις φατρίες τους, γίνονται εξαιρετικά ζωτικοί μηχανισμοί μιας ανελέητης διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας με εξοβελισμό των ανταγωνιστών, μοχλοί της ίδιας της εξουσίας και επιβολής ελέγχου στον πληθυσμό. Καθώς, όμως, το επισφαλές θεμέλιο της εξουσίας είναι το ίδιο το χρέος που την εκθέτει σε όλους τους ανέμους μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης, οι όροι συγκεντρώνονται για να ξεσπάσει μια κρίση εξουσίας, συχνά αδιέξοδη.
Το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τον 19ο ή και τον 20ό αιώνα. Μιλάμε για την γενεαλογία του παρόντος.
Καθόλου τυχαία, μια ιστορική επανεξέταση της πορείας των δανείων και των χρεοκοπιών της Ελλάδας από το 1827 έως τις μέρες μας, που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 από την Carmen M. Reinhart του Havard και τον Christoph Trebesch του Πανεπιστημίου του Μονάχου30, έκανε σαφή την αλλαγή γραμμής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τα μνημόνια στην χρεωκοπημένη Ελλάδα και όχι μόνο. Το 2009 ήταν πάλι η Carmen M. Reinhart που μαζί με τον Kenneth S. Rogoff επιχείρησαν να θεμελιώσουν θεωρητικά, πάλι για λογαριασμό του ΔΝΤ, την πολιτική της λιτότητας σαν απάντηση στην παγκόσμια κρίση μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Μετά την αποτυχία αυτής της πολιτικής γίνανε φανερές και κάποιες ταχυδακτυλουργίες που είχαν γίνει από τους συγγραφείς στο paper του 2009…
Πολλά θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς και σ’ αυτό του 2015. Αρκεί να επισημάνουμε εδώ απλώς ότι οι συζητήσεις και διαμάχες για την Ιστορία, μαζί και για την κοινωνική και οικονομική Ιστορία, δεν διεξάγονται στο κενό, δεν αφορούν τον ακαδημαϊκό και μόνο χώρο, κι έχουν συνέπειες, συχνότατα οδυνηρές, για το 99% του πληθυσμού και προπαντός στα πιο αδικημένα στρώματα της κοινωνίας.
Εξάλλου, τί άλλο από μια κραυγή κατά της αδικίας, τί αλλο παρά ένα φλογερό κι ανυποχώρητο αίτημα δικαιοσύνης είναι όσα αντηχούν μέσα σε όλο το ιστορικό βιβλίο της Μαρίας Δεληβοριά;

Giustizia

Συναντώντας τώρα ξανά την αλήθεια για το άλλοτε του Αγώνα του ‘21, μπορείς να νιώσεις αυτό που η Μαρία Δεληβοριά βρίσκει στον Σολωμό: “το ρίγος της ιστορίας, το ρίγος της μνήμης, ρίγος στην ουσία πολιτικό…”31. Είναι το ρίγος της Δικαιοσύνης που δεν υπάρχει ακόμα αλλά έρχεται, μιας Δικαιοσύνης αξεχώριστης από την Ελευθερία και πέρα από νόμους, το Μέγα Έλεος για όλους τους αδικημένους, για όλη την δεινά χειμαζόμενη ανθρωπότητα.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Μαρίας Δεληβοριά, σου έρχεται να επαναλάβεις τα λόγια του Διονυσίου Σολωμού στο Εγκώμιο για τον Ούγο Φώσκολο που η ίδια παραθέτει: “Είδα[…] την κακία να τη φοβούνται και τον πλούτο να τον λατρεύουν, είδα το ψέμα και την αχαριστία και την προδοσία και έβαλα τις φωνές…”32.
Στο ίδιο Εγκώμιο, ο Σολωμός θα μιλήσει για την φλόγα της Δικαιοσύνης που έχει στα στήθη του σε όλη την συνειδητή ζωή του. Είναι αυτή που φλογίζει κι όλους τους επαναστάτες παντού και πάντα. Διαβάζοντας το βιβλίο νοιώθεις ρίγος όχι τόσο για την υπονόμευση του Αγώνα όσο κυρίως για το ακλόνητο αγωνιστικό ήθος των μαχητών της ελευθερίας παρά και ενάντια στην υπονόμευση και την ματαίωση. Για τους κατοίκους της ανυπότακτης Πάργας που όταν την πούλησαν οι Άγγλοι, ξέθαψαν τα κόκκαλα των δικών τους και τα κάψανε για να πάρουν μαζί τους την στάχτη να μην την πατήσει ποτέ πόδι τυράννου. Για τους Μεσολογγίτες που δεν το βάζουν ποτέ κάτω παρά την προδοσία, τον θάνατο και την πείνα. Ή για τον Καραϊσκάκη που και μετά την πτώση του Μεσολογγίου ανασυντάσσει ακατάβλητος τις δυνάμεις της επανάστασης και ξέρει, ακόμα και στην ύστατη στιγμή της δολοφονίας να σαρκάζει τον θάνατο και τους προδότες.
Είναι δύσκολο να πεθάνει μια Επανάσταση κι όσοι εχθροί της το υποτίμησαν το πλήρωσαν σκληρά. Μπορεί να κόβει ο ξυλοκόπος το Ελευθεριόδεντρο, για το οποίο μιλούσε ο Τζόυς, το Δέντρο της Ελευθερίας, το Δέντρο των Ελευθέριων, αλλά τελικά, το Ξύλον της Ζωής δεν ξυλεύεται.
Ο Διονύσιος Σολωμός είχε και σ’ αυτό δίκιο: … nella polvere tenebrosa pullula il fioretto d’ Eliso33 – από τα σκότη της σκόνης ξεφυτρώνει το ανθάκι των Ηλυσίων.
Είναι το μέλλοντα γενάμενο παρόν.

10-13 Μαρτίου 2017

M. Delivorgia

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s