Η Βοναπαρτιστική φιλοσοφία του κράτους

[Γράφτηκε την Πρωτομαγιά του 1939 και πρώτο-δημοσιεύθηκε στο τεύχος του The New International τον Ιούνιο του ίδιου έτους (τόμος 5, κεφ. 6). Στα ελληνικά μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση στο τεύχος Μαΐου 1978. Οι σημειώσεις προστέθηκαν σε αυτή την επανέκδοση]

 Η Βοναπαρτιστική φιλοσοφία του κράτους

Ένα από τα κεντρικά ζητήματα στην εισήγηση του Στάλιν στο 18ο συνέδριο του Κόμματος στη Μόσχα ήταν αναμφίβολα  η καινούργια θεωρία του για το κράτος. Ο Στάλιν αποτόλμησε να μπει σε αυτόν τον επικίνδυνο χώρο όχι από καμιά έμφυτη κλίση αλλά από ανάγκη. Μόλις πριν από λίγο καιρό οι δικαστές Κριλένκο [1] και Πασουκάνις [2] και οι δύο ορθόδοξοι σταλινικοί, απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους και συντρίφτηκαν από τον Στάλιν, γιατί επανέλαβαν τις ιδέες των Μάρξ, Ένγκελς και Λένιν στο ζήτημα ότι ο σοσιαλισμός συνεπάγεται μια βαθμιαία απονέκρωση του κράτους. Αυτή η θεωρία δεν μπορεί βέβαια να γίνει αποδεκτή από το κυρίαρχο Κρεμλίνο. Γιατί να εξαφανιστεί τόσο γρήγορα; Η γραφειοκρατία μόλις τώρα άρχισε να ζει. Ο Κριλένκο και ο Πασουκάνις είναι προφανώς «σαμποτέρ».3

 

Οι πραγματικότητες της Σοβιετικής ζωής

 

Οι πραγματικότητες της σοβιετικής ζωής σήμερα πολύ δύσκολα μπορούν να συμβιβαστούν ακόμα και με τα ελάχιστα υπολείμματα της παλιάς θεωρίας. Οι εργάτες είναι δεμένοι στα εργοστάσια. Οι αγρότες είναι δεμένοι στις κολεκτίβες. Τα διαβατήρια έχουν εισαχθεί. Η ελευθερία της κίνησης έχει τελείως περιοριστεί. Είναι μεγάλο αμάρτημα να φτάσεις καθυστερημένος στη δουλειά. Τιμωρείται σαν προδοσία όχι μόνο οποιοδήποτε κριτική του Στάλιν αλλά ακόμα και η απλή αποτυχία του φυσικού καθήκοντος να γονατίσεις με όλους τους τρόπους μπροστά στον

 «ηγέτη». Τα σύνορα φρουρούνται από ένα αδιαπέραστο τοίχο από φρουρούς και αστυνομικούς σκύλους σε μια κλίμακα που δεν υπήρξε ποτέ προηγούμενα. Οποιοδήποτε λόγο και σκοπό κι αν επικαλεστεί κανείς δεν μπορεί να μπει ούτε να βγει. Οι ξένοι που είχαν προηγουμένως να μπουν μέσα στη χώρα εξοντώνονται τώρα συστηματικά. Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του Σοβιετικού συντάγματος, του «πιο  υποχρεωμένος κάποτε να χρησιμοποιήσει τη σφαίρα του για ένα και μοναδικό θύμα  που συνέλαβε ο Στάλιν ή οι πράκτορες του. Ο τύπος, το ραδιόφωνο, όλα τα όργανα της προπαγάνδας, της αγκιτάτσιας και της εθνικής εκπαίδευσης βρίσκονται ολοκληρωτικά στα χέρια της κλίκας που κυβερνά. Στα τελευταία πέντε χρόνια όχι λιγότερο από μισό εκατομμύριο μέλη, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία διαγράφτηκαν από το κόμμα. Ούτε ξέρουμε σίγουρα πόσοι εκτελέστηκαν, ρίχτηκαν στις φυλακές ή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή εξορίστηκαν στη Σιβηρία. Σίγουρα όμως εκατοντάδες χιλιάδες κομματικά μέλη είχαν την ίδια τύχη με εκατομμύρια μη κομματικά μέλη. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βάλει κανείς στα μυαλά όλων αυτών των εκατομμυρίων ανθρώπων, των οικογενειών, των συγγενών και των φίλων τους την ιδέα ότι το σταλινικό κράτος απονεκρώνεται. Στραγγαλίζει άλλους αλλά το ίδιο καθόλου δεν απονεκρώνεται. Αντίθετα έχει φέρει το κράτος σε ένα σημείο τόσο άγριας έντασης που δεν έχει κανένα προηγούμενο στην ιστορία του ανθρώπινου γένους.

Παρόλα αυτά η επίσημη εκδοχή είναι ότι ο σοσιαλισμός έχει πραγματοποιηθεί.

Σύμφωνα με τα επίσημα κείμενα η χώρα βρίσκεται στο δρόμο προς τον ολοκληρωμένο κομμουνισμό. Ο Μπέρια [3] θα διαφωτίσει τους αμφισβητίες. Αλλά στο σημείο αυτό παρουσιάζεται η κύρια δυσκολία. Αν πιστέψουμε τους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, το κράτος είναι το όργανο της ταξικής κυριαρχίας. Ο μαρξισμός έχει από πολύ καιρό αποκαλύψει ότι όλοι οι άλλοι ορισμοί του κράτους είναι θεωρητικές διαστρεβλώσεις που χρησιμεύουν σαν κάλυμμα για τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών. Σε αυτή την περίπτωση τι σημαίνει το κράτος σε μια χώρα όπου «έχουν τσακιστεί ολοκληρωτικά οι τάξεις»;  Οι σοφοί του Κρεμλίνου έχουν πολλές φορές κουράσει τους εγκεφάλους τους πάνω σε αυτό το ζήτημα. Αλλά φυσικά το πρώτο που έκαναν ήταν να συλλάβουν όλους όσους τους θύμιζαν  τη μαρξιστική θεωρία του κράτους. Μια όμως και δεν ήταν ούτε αυτό αρκετό, χρειάστηκε και κάποια θεωρητικοφανής ερμηνεία  του σταλινικού απολυταρχισμού. Αυτή η ερμηνεία δόθηκε σε δύο δόσεις. Στο 14ο συνέδριο του κόμματος, πριν πέντε χρόνια, ο Στάλιν και ο Μολότωφ εξηγούσαν ότι το αστυνομικό κράτος χρειαζόταν στην πάλη ενάντια στα «κατάλοιπα» των παλιών κυρίαρχων τάξεων και ειδικά ενάντια στους «διασπαστές» του τροτσκισμού. Αυτά τα κατάλοιπα και οι διασπαστές ήταν σίγουρα όπως έλεγαν ασήμαντα. Αλλά επειδή ήταν εξαιρετικά «λυσσασμένοι» η πάλη ενάντια τους απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή και ετοιμότητα..

Αυτή η θεωρία ήταν εξαιρετικά ηλίθια. Γιατί ένα ολοκληρωτικό κράτος χρειαζόταν την πάλη ενάντια σε «αδύναμα κατάλοιπα» τη στιγμή που η Σοβιετική Δημοκρατία αποδεικνυόταν απόλυτα επαρκής για την ανατροπή των ίδιων των κυρίαρχων τάξεων; Ποτέ δεν δόθηκε ικανοποιητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Αλλά ακόμα και έτσι αυτή η θεωρία της εποχής του 17ου συνεδρίου πρέπει να απορριφθεί. Τα τελευταία 5 χρόνια έχουν σε ένα μεγάλο μέρος αφιερωθεί στην «καταστροφή των υπολειμμάτων του τροτσκισμού». Το κόμμα, η κυβέρνηση, ο στρατός και τα διπλωματικά σώματα έχουν βαφτεί με αίμα και έχουν αποκεφαλιστεί. Τα πράγματα έχουν προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε ο Στάλιν στο τελευταίο συνέδριο αναγκάστηκε για να καλμάρει τον ίδιο του τον κρατικό μηχανισμό, να υποσχεθεί ότι δεν θα καταφύγει στο μέλλον  σε μεγάλης κλίμακας εκκαθαρίσεις. Αυτό φυσικά είναι ψέμα. Το βοναπαρτιστικό κράτος θα βρεθεί και πάλι αναγκασμένο στο μέλλον να καταβροχθίσει την κοινωνία τόσο φυσικά όσο και πνευματικά.. Αυτό δεν μπορεί να το αποδεχτεί ο Στάλιν. Ορκίζεται ότι δεν θα ξαναγίνουν εκκαθαρίσεις. Τότε, αν είναι έτσι, και αν οι «διασπαστές» του τροτσκισμού μαζί με τα «υπολείμματα» των παλιών κυρίαρχων τάξεων έχουν τελείως καταστραφεί, τότε γεννιέται το ερώτημα: «Ενάντια σε ποιόν χρειάζεται αναγκαία το κράτος»;

Σε αυτό ο Στάλιν απαντά: «Η ανάγκη του κράτους γεννιέται από την καπιταλιστική περικύκλωση και τους κινδύνους που γεννά αυτή για τη χώρα του σοσιαλισμού». Με τη στερεότυπη μονοτονία ενός φοιτητή της θεολογίας, πράγμα τόσο οικείο σε αυτόν, επαναλαμβάνει συνεχώς και αναμασά αυτή την ιδέα: «Η λειτουργία της στρατιωτικής καταστολής μέσα στη χώρα έχει ατονήσει, έχει εξαφανιστεί…η λειτουργία της στρατιωτικής υπεράσπισης της πατρίδας από εξωτερικές επιθέσεις έχει διατηρηθεί απόλυτα». Και παρακάτω: «Σε ότι αφορά το στρατό μας, τα πειθαρχικά μας όργανα και τις μυστικές μας υπηρεσίες δεν έχουν πια κανένα εσωτερικό στόχο μέσα στη χώρα μας, αλλά σκοπεύουν ενάντια στον εξωτερικό εχθρό».

Ας δεχτούμε, για να αναπτύξουμε το συλλογισμό μας ότι όλα αυτά τα πράγματα συμβαίνουν. Ας δεχτούμε ότι η ανάγκη της διατήρησης και ενίσχυσης του συγκεντρωτικού γραφειοκρατικού μηχανισμού προκύπτει μόνο από την πίεση του ιμπεριαλισμού. Αλλά το κράτος από την ίδια του τη φύση, είναι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Ο σοσιαλισμός όμως έχει σαν στόχο του τη διάλυση της κυριαρχίας του ανθρώπου από τον άνθρωπο σε όλες της τις φόρμες. Αν το κράτος δεν διατηρείται μόνο αλλά δυναμώνει, γίνεται όλο και πιο άγριο, τότε αυτό σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Αν ο προνομιούχος κρατικός μηχανισμός είναι το προϊόν της καπιταλιστικής περικύκλωσης τότε αυτό σημαίνει ότι σε μια καπιταλιστική περικύκλωση σε μια απομονωμένη χώρα ο σοσιαλισμός δεν είναι δυνατός.

Προσπαθώντας να βγάλει έξω την ουρά του ο Στάλιν πιάνεται από τη μύτη. Δικαιολογώντας την βοναπαρτιστική του αρχή, αναθεωρεί τη βασική του θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα. Έτσι , η νέα θεωρία του Στάλιν είναι σωστή μόνο σε εκείνο το κομμάτι που αναθεωρεί την παλιά του θεωρία. Σε όλα τα άλλα σημεία είναι άχρηστη. Η πάλη του εργατικού κράτους ενάντια στον ιμπεριαλιστικό κίνδυνο φυσιολογικά απαιτεί ένα στρατό, ένα γενικό επιτελείο, μια μυστική υπηρεσία, κ.λ.π. Αυτό όμως σημαίνει ότι το εργατικό κράτος απαιτεί συνταγματάρχες, στρατηγούς και ναυάρχους, με τα ανάλογα κέρδη και προνόμια. Στις 31 Οκτώβρη 1920, σε μια εποχή που ο ηρωικός Κόκκινος Στρατός δεν είχε ακόμα ένα ειδικό στρατιωτικό σώμα εκδόθηκε μια ειδική ημερήσια διαταγή που έλεγε:

«Μέσα στη στρατιωτική οργάνωση…… υπάρχει ανισότητα που σε μερικές περιπτώσεις είναι απόλυτα κατανοητή και ακόμα αναπόφευκτη  αλλά που σε άλλες περιπτώσεις είναι απόλυτα απαράδεκτη, υπερβολική και μερικές φορές εγκληματική».

Και η τελευταία παράγραφος αυτής της ημερησίας διαταγής καταλήγει:

«Χωρίς να βάζουμε το ακατόρθωτο καθήκον της άμεσης εξάλειψης οποιασδήποτε διάκρισης μέσα στο στράτευμα, πρέπει να παλεύουμε συστηματικά για την όσο πιο δυνατόν πιο γρήγορη εξάλειψη όλων εκείνων των προνομίων που δεν πηγάζουν καθόλου από τις απαιτήσεις της στρατιωτικής τέχνης και που δεν μπορούν παρά να βλάψουν το αίσθημα της ισότητας και της συντροφικότητας των ανδρών του Κόκκινου Στρατού». Αυτή είναι η θεμελιακή γραμμή της σοβιετικής κυβέρνησης σε εκείνη την περίοδο. Σήμερα η πολιτική παίρνει μια διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση. Η ανάπτυξη και η ενίσχυση της στρατιωτικής και πολιτικής κάστας σημαίνει ότι η κοινωνία δεν κινείται προς το σοσιαλιστικό ιδεώδες αλλά απομακρύνεται από αυτό- ανεξάρτητα αν για αυτό ευθύνονται οι ξένοι ιμπεριαλιστές ή οι ντόπιοι βοναπάρτες.

Το ίδιο ισχύει και για τη μυστική υπηρεσία στην οποία ο Στάλιν βλέπει την πεμπτουσία του κράτους. Στο Συνέδριο , όπου οι πράκτορες της Γκέ- Πέ – Ού αποτελούσαν την πλειοψηφία, ο Στάλιν είπε τα ακόλουθα: «Η μυστική υπηρεσία είναι απαραίτητη για τη σύλληψη και την τιμωρία των κατασκόπων, των δολοφόνων και αποστατών, που οι ξένες υπηρεσίες στέλνουν στη χώρα μας.».

Φυσικά κανείς δεν αρνείται την ανάγκη ύπαρξης μιας μυστικής υπηρεσίας ενάντια στις δολοπλοκίες του ιμπεριαλισμού. Αλλά η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στη θέση που κρατούν τα όργανα της μυστικής υπηρεσίας απέναντι στους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες. Μια αταξική κοινωνία δεν μπορεί να μην δένεται με δεσμούς εσωτερικής αλληλεγγύης. Ο Στάλιν στο ραπόρτο του αναφέρονταν πολλές φορές σε αυτή την αλληλεγγύη, που την αποκαλούσε «μονολιθική». Αλλά οι πράκτορες, οι αποστάτες και οι σαμποτέρ χρειάζονται ένα κάλυμμα, ένα περιβάλλον που να τους συμπαθεί. Και όσο μεγαλύτερη είναι η αλληλεγγύη μέσα σε μια δοσμένη κοινωνία και όσο μεγαλύτερη η πίστη στο υπάρχον καθεστώς τόσο λιγότερος χώρος μένει για τα αντισοσιαλιστικά στοιχεία.  Τότε πως εξηγείται ότι στην Ε.Σ.Σ.Δ., αν πιστέψουμε τον Στάλιν, γίνονται τόσα εγκλήματα όσα δεν γίνονταν στην παρακμασμένη αστική κοινωνία; Επιτέλους δεν αρκεί καθόλου η μοχθηρία των ιμπεριαλιστικών κρατών.  Η δράση των μικροβίων δεν καθορίζεται τόσο από την ισχύ τους αλλά από την αντίσταση που συναντούν και μέσα στον ζωντανό οργανισμό. Πώς μπορούν οι ιμπεριαλιστές να βρουν μέσα σε μια «μονολιθική» σοσιαλιστική κοινωνία ένα αμέτρητο αριθμό παραγόντων που κατέχουν τις πιο επιφανείς θέσεις; Ή για να το τοποθετήσουμε διαφορετικά, πώς συμβαίνει κατάσκοποι και διαστρεβλωτές του μαρξισμού να μπορούν να κατέχουν σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θέσεις σαν μέλη ή και ηγέτες της κυβέρνησης, μέλη του Πολιτικού Γραφείου και των πιο σημαντικών θέσεων στο στρατό; Τελικά, αν από τη σοσιαλιστική κοινωνία λείπει τόσο πολύ η εσωτερική ευκινησία ώστε για να σωθεί να πρέπει να καταφύγει σε μια πανίσχυρη, διεθνή και ολοκληρωτική μυστική υπηρεσία, τότε τα πράγματα πρέπει να είναι πραγματικά πολύ άσχημα αφού επικεφαλής της υπηρεσίας βρίσκεται ένας μπράβος σαν το Γιακόντα [4] που χρειάστηκε να εκτελεστεί ή σαν τον Γιέζοφ [5] που χρειάστηκε να πέσει σε δυσμένεια. Ποιος μένει; Ο Μπέρια; Το κουδούνι θα χτυπήσει και για αυτόν σύντομα! 

Στην πραγματικότητα είναι πολύ γνωστό ότι η Γκέ- Πέ- Ού δεν εξοντώνει μόνο κατασκόπους και πράκτορες των ιμπεριαλιστών αλλά τους πολιτικούς αντιπάλους της κλίκας που κυβερνά. Το μόνο που προσπαθεί να κάνει ο Στάλιν  είναι να ανεβάσει τις ίδιες του τις στημένες δίκες σε ένα «θεωρητικό» επίπεδο. Αλλά για ποιο λόγο η γραφειοκρατία, αναγκάζεται να αποκρύβει τους πραγματικούς σκοπούς της και να αποκαλεί τους επαναστάτες αντιπάλους της, ξένους κατασκόπους; Η ιμπεριαλιστική περικύκλωση δεν εξηγεί αυτές τις στημένες δίκες. Οι λόγοι πρέπει να έχουν μια δική τους εσωτερική φύση, πηγάζοντας από την ίδια τη δομή της σοβιετικής κοινωνίας.  Ας προσπαθήσουμε να βρούμε μερικές συμπληρωματικές αποδείξεις που πηγάζουν από τα ίδια τα χείλη του Στάλιν.

Χωρίς καμία σχέση με το υπόλοιπο ραπόρτο ο Στάλιν έκανε την παρακάτω παρατήρηση: «Στη θέση της λειτουργίας της διαφθοράς έχει εκδηλωθεί μέσα στο κράτος η λειτουργία της διασφάλισης της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας ενάντια στους κλέφτες και τους καταχραστές του εθνικού πλούτου». Έτσι φαίνεται ότι το κράτος υπάρχει όχι μόνο ενάντια στους ξένους κατασκόπους αλλά επίσης και ενάντια στους ντόπιους κλέφτες. Και επιπλέον η εξουσία αυτών των κλεφτών είναι τόσο μεγάλη που δικαιολογεί την ύπαρξη μιας ολοκληρωτικής δικτατορίας  και ακόμα παρέχει τα θεμέλια μιας νέας φιλοσοφίας του κράτους. Είναι εντελώς προφανές ότι αν οι άνθρωποι κλέβουν ο ένας τον άλλο τότε κυριαρχεί η πιο σκληρή δυστυχία και η πιο τρομερή ανισότητα στην κοινωνία εξαιτίας της κλεψιάς. Σε αυτό το σημείο αποδεικνύεται ότι βρισκόμαστε πιο κοντά στη ρίζα των πραγμάτων. Η κοινωνική ανισότητα και δυστυχία είναι πολύ σημαντικοί ιστορικοί παράγοντες  που εξηγούν αυτοί καθαυτοί την ύπαρξη του κράτους. Η ανισότητα απαιτεί πάντα ένα φύλακα τα προνόμια πάντα απαιτούν προστασία και η καταπάτηση των δικαιωμάτων των απόκληρων απαιτεί τιμωρία. Αυτή ακριβώς είναι η λειτουργία του ιστορικού κράτους. 

 

Αυτά που ο Στάλιν αποσιωπά

  

Σε ότι αφορά τη δομή της «σοσιαλιστικής» κοινωνίας το πιο σημαντικό στο ραπόρτο του Στάλιν δεν είναι αυτά που λέει αλλά αυτά που αποσιωπά. Σύμφωνα με αυτόν, ο αριθμός των εργατών και των δημοσίων υπαλλήλων αυξήθηκε από 22 εκατομμύρια το 1933, σε 28 εκατομμύρια το 1938. Η παραπάνω κατηγορία υπαλλήλων περιλαμβάνει όχι μόνο τους απασχολούμενους σε κοοπερατίβες αλλά επίσης και τα μέλη του Συμβουλίου των Κομισάριων του Λαού. Εργάτες και υπάλληλοι είναι ανακατεμένοι εδώ όπως και σε όλες τις σοβιετικές στατιστικές έτσι που δεν αποκαλύπτεται το αριθμητικό μέγεθος της γραφειοκρατίας και η ταχεία της άνοδος και κυρίως η ταχεία άνοδος του εισοδήματος της.

Στα δέκα χρόνια που έχουν περάσει ανάμεσα στα 2 τελευταία συνέδρια του κόμματος, το ετήσιο μισθολογικό εισόδημα των εργατών και των υπαλλήλων έχει αυξηθεί, σύμφωνα με το Στάλιν από 35 δισεκατομμύρια  σε 96 δισεκατομμύρια δηλαδή έχει σχεδόν τριπλασιαστεί (αν αφήσουμε κατά μέρος την μεταβολή στην αγοραστική δύναμη του ρουβλιού). Αλλά πως είναι κατανεμημένα αυτά τα 96 δισεκατομμύρια ανάμεσα στους εργάτες  και τους υπαλλήλους των διαφόρων κατηγοριών; Πάνω σε αυτό το ζήτημα ούτε λέξη. Ο Στάλιν το μόνο που μας λέει είναι ότι «ο μέσος ετήσιος μισθός των βιομηχανικών εργατών από 1513 ρούβλια το 1933 ανέβηκε σε 3447 ρούβλια το 1938!».

Με έκπληξη βλέπουμε εδώ ότι η αναφορά αφορά μόνο τους εργάτες. Αλλά δεν είναι δύσκολο να δείξουμε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους εργάτες όσο και τους υπαλλήλους.

Χρειάζεται μόνο να πολλαπλασιάσουμε τον ετήσιο μισθό (3.447 ρούβλια)  με τον συνολικό αριθμό των εργατών και των υπαλλήλων ( 28 εκατομμύρια)  για να έχουμε το συνολικό ποσό των ετήσιων μισθών των εργατών και υπαλλήλων που αναφέρονταν από τον Στάλιν, δηλαδή 96 δισεκατομμύρια ρούβλια. Για να ωραιοποιήσει τη θέση των εργατών ο «Αρχηγός» επιτρέπει στον εαυτό του τη φτηνότερη απάτη για την οποία θα ντρέπονταν και ο πιο συνειδητός αστός δημοσιογράφος. Συνεπώς αν αφήσουμε κατά μέρος την αλλαγή της αγοραστικής δύναμης του νομίσματος, ο μέσος ετήσιος μισθός των 3.447 ρουβλιών σημαίνει μόνο ότι αν οι μισθοί των ανειδίκευτων  και των ειδικευμένων εργατών, των σταχανοβιστών, των μηχανικών, των διευθυντών των τραστ και των Λαϊκών Κομισάριων της βιομηχανίας προστεθούν όλοι μαζί τότε έχουμε ένα μέσο όρο μικρότερο από 3500 ρούβλια το χρόνο για τον καθένα. Ποια είναι λοιπόν η αύξηση της πληρωμής των εργατών, των μηχανικών και του ανώτερου προσωπικού τα τελευταία πέντε χρόνια; Πόσα παίρνει τώρα ένας ανειδίκευτος εργάτης το χρόνο; Πάνω σε αυτό ούτε μια λέξη. Οι μισές στατιστικές για τους μισθούς, το εισόδημα, κ.λ.π., πάντα καταλήγουν να είναι του χειρότερου τύπου αστική απολογητική. Στις πολιτισμένες χώρες αυτή η μέθοδος έχει τελείως απορριφθεί γιατί δεν εξαπατά πια κανένα. Όμως είχε γίνει η ευνοούμενη μέθοδος της χώρας όπου έχει επικρατήσει ο σοσιαλισμός και όπου όλες οι κοινωνικές σχέσεις όφειλαν να διακρίνονται από μια κρυστάλλινη διαύγεια. Ο Λένιν έλεγε: «Ο σοσιαλισμός είναι να κρατάς καλούς λογαριασμούς». Ο Στάλιν διδάσκει:

 «Σοσιαλισμός είναι να εξαπατάς».

 Πέρα από οτιδήποτε άλλο, θα ήταν το χειρότερο σφάλμα να σκεφτόμαστε ότι το παραπάνω μέσο εισόδημα που επικαλείται ο Στάλιν περιλαμβάνει όλο το εισόδημα των ανώτερων «υπαλλήλων» δηλαδή της κάστας που κυβερνά. Στην πραγματικότητα επιπρόσθετα στους επίσημους και σχετικά μέτριους μισθούς, οι αποκαλούμενοι «υπεύθυνοι» εργάτες  απολαμβάνουν μυστικούς μισθούς από τα ταμεία της Κεντρικής ή των Τοπικών Επιτροπών, έχουν στη διάθεση τους αυτοκίνητα (υπάρχουν ακόμα και ειδικά σχέδια για την παραγωγή των πιο τελειοποιημένων αυτοκινήτων που τα χρησιμοποιούν οι πιο «υπεύθυνοι» εργάτες), εξαιρετικά διαμερίσματα, θερινές κατοικίες, σανατόρια και νοσοκομεία. Για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους ή τη ματαιοδοξία τους αναγείροντας «Σοβιετικά παλάτια» κάθε είδους. Επίσης μονοπωλούν σχεδόν τα καλύτερα σχολεία, τα θέατρα κ.λ.π. Όλες αυτές οι τεράστιες πηγές εισοδήματος (είναι έξοδα του κράτους) δεν περιλαμβάνονται φυσικά στα 96 δισεκατομμύρια που αναφέρει ο Στάλιν. Και ακόμα  ο Στάλιν δεν τολμά καν να αγγίξει το ερώτημα πως το νόμιμο ποσό των μισθών (96 δισεκατομμύρια) μοιράζεται στους εργάτες και στους υπαλλήλους, στους ανειδίκευτους εργάτες και στους σταχανοβιστές, στα ανώτερα και τα κατώτερα στρώματα των εργαζομένων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μερίδα του λέοντος της αύξησης του επίσημου μισθού πηγαίνει στους σταχανοβιστές, πηγαίνει για πριμ στους μηχανικούς κ.ο.κ. Χρησιμοποιώντας τους μέσους όρους που η ακρίβεια τους δεν εμπνέει εμπιστοσύνη, αναμειγνύοντας στην ίδια κατηγορία τους εργάτες και τους υπαλλήλους, τους υπαλλήλους και τα ανώτερα στρώματα της γραφειοκρατίας, αποσιωπώντας μυστικά κονδύλια πολλών δισεκατομμυρίων, «ξεχνώντας» να αναφερθεί στους υπαλλήλους και αναφέροντας μόνο τους εργάτες για τον καθορισμό του « μέσου μισθού» ο Στάλιν επιδιώκει ένα απλό στόχο: να εξαπατήσει τους εργάτες, να εξαπατήσει ολόκληρο τον κόσμο και να κρύψει το τεράστιο και συνεχώς αυξανόμενο εισόδημα της  προνομιούχας  κάστας.

 

Ένα όργανο για κλέφτες και απατεώνες

 

«Η υπεράσπιση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας ενάντια στους κλέφτες και τους καταχραστές» ισοδυναμεί λοιπόν 9 φορές στις 10, με την υπεράσπιση του εισοδήματος της γραφειοκρατίας ενάντια σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία των μη προνομιούχων στρωμάτων του πληθυσμού. Ούτε θα ήταν λάθος να προσθέσουμε ότι το μυστικό εισόδημα της γραφειοκρατίας που δεν βασίζεται ούτε στις αρχές του σοσιαλισμού ,ούτε στους νόμους  της χώρας δεν είναι τίποτε άλλο παρά κλεψιά. Επιπρόσθετα μαζί με αυτή τη νομιμοποιημένη κλεψιά υπάρχει και η παράνομη υπερκλεψιά που μπροστά της ο Στάλιν είναι αναγκασμένος να κλείνει τα μάτια γιατί οι κλέφτες είναι το πιο γερό του στήριγμα. Το βοναπαρτιστικό απαράτ  του κράτους είναι λοιπόν ένα όργανο υπεράσπισης των γραφειοκρατών κλεφτών και καταχραστών του εθνικού πλούτου. Αυτή η θεωρητική φόρμουλα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην αλήθεια.

Ο Στάλιν είναι αναγκασμένος να λέει ψέματα για την κοινωνική φύση του κράτους του για τον ίδιο λόγο που πρέπει να λέει ψέματα για τους μισθούς των εργατών. Και στις δύο περιπτώσεις εμφανίζεται σαν ο συνήγορος των προνομιούχων παρασίτων. Στη χώρα που έχει γίνει η προλεταριακή επανάσταση είναι απαράδεκτο να υποθάλπεις   την ανισότητα, να δημιουργείς μια αριστοκρατία και να συσσωρεύεις προνόμια μέσα από κύματα ψεύδους και τερατώδεις καταπιέσεις.

Η κατάχρηση και η κλεψιά, οι κύριες πηγές εισοδήματος της γραφειοκρατίας, δεν αποτελούν ένα σύστημα εκμετάλλευσης με την επιστημονική έννοια του όρου. Αλλά από την άποψη των συμφερόντων και  της θέσης των λαϊκών μαζών είναι άπειρα χειρότερο από μια «οργανική» εκμετάλλευση. Η γραφειοκρατία δεν είναι μια κατέχουσα τάξη, με την επιστημονική έννοια του όρου, αλλά περιέχει μέσα της δέκα φορές περισσότερα τα ελαττώματα μιας κατέχουσας τάξης. Και ακριβώς η απουσία καθαρών ταξικών σχέσεων και η αδυναμία τους να λειτουργήσουν και να στηριχθούν στα κοινωνικά θεμέλια της Οκτωβριανής Επανάστασης δίνουν ένα σπασμωδικό χαρακτήρα στη λειτουργία της κρατικής μηχανής.  Για τη διατήρηση της συστηματικής κλεψιάς της γραφειοκρατίας, ο μηχανισμός της αναγκάζεται να καταφύγει σε συστηματικές πράξεις ληστείας, το σύνολο όλων αυτών των πραγμάτων συνιστά το σύστημα του βοναπαρτιστικού γκαγκστερισμού.

Το να πιστεύει κανείς ότι αυτό το κράτος είναι ικανό να «απονεκρωθεί» ειρηνικά, είναι σαν να ζει σε ένα κόσμο θεωρητικού παραληρήματος. Η βοναπαρτιστική κάστα πρέπει να συντριβεί, το σοβιετικό κράτος πρέπει να αναγεννηθεί. Μόνο τότε θα  ανοίξουν οι προοπτικές της απονέκρωσης του κράτους.

 

1 Μάη 1939

Σημειώσεις:

 

1.     Κριλένκο, Νικολάϊ (1885-1938)

 

Γεννημένος στο Μπεχτέεβο του Σμολένσκ, μπήκε στο Μπολσεβίκικο Κόμμα ως φοιτητής το 1905 και έπαιξε τον ρόλο του οργανωτή φοιτητικών διαδηλώσεων στην Πετρούπολη, στην επανάσταση του 1905. Το 1907, συνελήφθηκε και εξορίστηκε στην Πολωνία. Απελευθερώθηκε το 1911 και μπήκε στην συντακτική επιτροπή των μπολσεβίκικων εφημερίδων Σβέεζντα και κατόπιν Πράβντα. Το 1914 συμμετείχε στο συνέδριο των εξόριστων Μπολσεβίκων στην Βέρνη και αμέσως μετά ξανα-συνελήφθηκε και στάλθηκε στον τσαρικό στρατό, στο Νότιο μέτωπο όπου ανέπτυξε αντι-πολεμική δράση.

Στην επανάσταση του 1917, εκλέχτηκε στο σοβιέτ της Πετρούπολης και στην Κεντρική Επιτροπή των μπολσεβίκων. Τοποθετήθηκε σαν στρατιωτικός κομισάριος στον Κόκκινο Στρατό και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξεύρεση και σύλληψη της φυγόδικης τσαρικής οικογένειας.

Προωθήθηκε από τον Φίλιξ Τζερζίνσκι στο κομισαριάτο Δικαιοσύνης σας δημόσιος κατήγορος, και στήριξε τον Στάλιν από το 1924. Για αυτό και προωθήθηκε από τον Στάλιν το 1931, ως επικεφαλής του κομισαριάτου και με αυτήν την ιδιότητα πήρε μέρος στις διώξεις των αντιπολιτευόμενων. Το 1936 μάλιστα προώθησε την υπόθεση της πρώτης δίκης της Μόσχας. Ωστόσο έχοντας πέσει σε δυσμένεια αμέσως μετά, κατηγορήθηκε ως σαμποτέρ, δικάστηκε και τουφεκίστηκε το 1938.

  1. Πασουκάνις, Γεβγένι Μπρονισλάβοβιτς (1891-1937)

 

Γεννημένος στην Λιθουανία, σπούδασε νομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης όπου και ανέπτυξε επαναστατική δράση. Εξορίστηκε για αυτό αλλά απέδρασε και κατέφυγε στο Μόναχο της Γερμανίας όπου συνέχισε τις σπουδές του στο διεθνές δίκαιο, εντασσόμενος στο μπολσεβίκικο κόμμα το 1912.

Μετά την επανάσταση το 1918, τοποθετήθηκε ως λαϊκός δικαστής στην Μόσχα και ως νομικός σύμβουλος στο κομισαριάτο εξωτερικών και αργότερα ως υπο-κομισάριος στο κομισαριάτο Δικαιοσύνης υπό τον Κριλένκο. Με αυτή του την ιδιότητα οργάνωσε και το πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών της σοβιετικής νομικής σχολής κάνοντας ταυτόχρονα μελέτες για την θέση του Μαρξισμού απέναντι στο Δίκαιο.

Αυτές δημοσιοποιήθηκαν στο πιο γνωστό βιβλίο του, το 1924 με τίτλο: «Η γενική θεωρία του δικαίου και ο Μαρξισμός». Εκεί κατάληγε στην γενικότερη μαρξιστική θέση, ότι ο σκοπός μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι η εξάλειψη του δικαίου ως θεσμού νομικού και έδινε την συσχέτιση μεταξύ δικαίου και πολιτικής οικονομίας.

Για τον Πασουκάνις το δίκαιο είναι προϊόν μιας κοινωνίας με ανταγωνιστικές τάξεις. Σύμφωνα με την αντίληψη του Μαρξ, αυτό πρέπει να εξαφανιστεί κατά την διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και για όσο αυτή θα προχωράει. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει κάποια μορφή «Εργατικού Δικαίου» όπως πολλοί πίστευαν εκείνη την στιγμή στην ΕΣΣΔ, καθώς η δικτατορία της εργατικής τάξης είναι μια προσωρινή μεταβατική κατάσταση με προοπτική την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την εξαφάνιση των τάξεων, του κράτους και του δικαίου.

Το έργο στην εποχή του θεωρήθηκε ως κλασσικό και μεταφράστηκε από τμήματα της Κομιντέρν σε πολλές γλώσσες.

Ωστόσο σύντομα κρίθηκε μη-συμβατό με την σταλινική αντίληψη του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» και της μη-απονέκρωσης του κράτους – συνεπώς και του δικαίου ως θεσμού. Στα τέλη της δεκαετίας του 20, ήδη το βιβλίο αυτό αποσύρθηκε από τις σοβιετικές βιβλιοθήκες και δεν ξανα-εκδόθηκε ούτε στο εξωτερικό.

Κάτω από την πίεση του Σταλινισμού ο Πασουκάνις, αναγκάστηκε να το αποκηρύξει δημοσίως το 1930, το 1934 και το 1936. Είναι για αυτό που ο Τρότσκι τον αναφέρει στο παρόν άρθρο ως «ορθόδοξο σταλινικό» αν και δεν είναι γνωστό αν είχε εικόνα για την «αυτοκριτική» που αναγκάστηκε ο Πασουκάνις να κάνει.

Και πραγματικά δεν ευθυγραμμίστηκε εντελώς με την Σταλινική αντίληψη για την μη-απονέκρωση του κράτους κάτι που θα το πληρώσει με καταδίκη και τουφεκισμό στις δίκες της Μόσχας το 1937.

Αν και θα αποκατασταθεί από τον Χρουτσώφ το 1956, το βιβλίο του θα εκδοθεί στην Ρωσία ξανά μόλις το 1982, καθώς θα παραμείνει απαγορευμένο.

  1. Μπέρια, Λαβρέντι (1899-1953)

 

Ο βασικός επικεφαλής των διωγμών της σταλινικής GPU από το 1938 και μετά μέχρι την εκτέλεση του το 1953, όταν αποπειράθηκε με πραξικόπημα να διαδεχτεί τον Στάλιν. Μπήκε στο μπολσεβίκικο κόμμα το 1917 και οργάνωσε την μυστική υπηρεσία της Τσεκα στην Γεωργία το 1921.

Βασικός συνεργάτης του Στάλιν στην καταπίεση των γεωργιανών μπολσεβίκων που αντιτάχτηκαν στην πολιτική εκ-ρωσσισμού στην περιοχή. Εξόντωσε με αυτή την ιδιότητα και κάθε άλλο αντιπολιτευόμενο στην περιοχή του Καυκάσου, ενώ ακολούθησε και μια πολιτική καταπίεσης των Οσσετών και των Αμπχάζιων προς όφελος του Γεωργιανού εθνικισμού. Το 1931 έγινε γραμματέας του ΚΚ Γεωργίας και το 1939 θα γίνει μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΣΕ και επικεφαλής της GPU κάνοντας εσωτερικές εκκαθαρίσεις.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές και του ίδιου του ΚΚΣΕ μετά το 1956, κάτω από την ηγεσία του η GPU ευθύνεται για πάνω από 100.000 εκτελέσεις χωρίς ούτε καν στημένες δίκες, τις πιο πολλές φορές συνοδεία βασανιστηρίων. Αξιόπιστοι μάρτυρες μιλάνε για προσωπική συμμετοχή του Μπέρια σε εκτελέσεις και βασανιστήρια, ενώ του αποδίδεται και η ευθύνη για την σφαγή των Πολωνών αιχμαλώτων στο Κατίν το 1939.

  1. Γιάκοντα, Γκένριχ Γκριγκόριεβιτς (1891-1938)

 

Αντικαταστάτης του Μεζίνσκι στην GPU μεταξύ 1934 και 1936, αλλά ουσιαστικά από το 1926, καθώς ο Μεζίνσκι ήταν διακοσμητικός αρχηγός εξαιτίας της ασθένειας του. Ο Γιάκοντα φέρεται να έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο στην προβοκατόρικη δολοφονία του Κίρωφ το 1934, που αποτέλεσε το πρόσχημα για τις δίκες της Μόσχας. Βασικός ανακριτής και κατήγορος των παλαιών μπολσεβίκων στην πρώτη δίκη της Μόσχας το 1936, κατηγορήθηκε ο ίδιος το 1937 και τουφεκίστηκε ως πράκτορας του ιμπεριαλισμού και εξαιτίας της παλιότερης υποστήριξης του στον Μπουχάριν.

  1. Γιέζοφ, Νικολάϊ Ιβάνοβιτς (1895-1940)

 

Επικεφαλής της GPU από το 1936 έως το 1938. Αναρριχήθηκε στην κομματική ηγεσία κατά την διάρκεια της βίαιης κολλεχτιβοποίησης και τοποθετήθηκε επικεφαλής του κομισαριάτου Αγροτικής παραγωγής. Σύμφωνα με τον Μπουχάριν, ήταν ένας διαταραγμένος χαρακτήρας με σαδιστικές τάσεις και έμεινε στην ιστορία για αυτό. Ο ίδιος ο Στάλιν αναγκάστηκε να το απομακρύνει από τις μυστικές υπηρεσίες της ΕΣΣΔ εξαιτίας του χάους που έφερε στις ίδιες της δομές της κατά την διάρκεια των μεγάλων διωγμών της δεκαετίας του 30. Τουφεκίστηκε μέσα στο ίδιο το κτίριο της GPU.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s