ΤΡΟΤΣΚΙ: ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Κείμενο του Αυγούστου του 1933. Δημοσιεύθηκε στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1984.

ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία δεν είναι μονάχα δύσκολη αλλά και διδαχτική. Σαν ένα πολλαπλό κάταγμα, μια ρωγμή στη ζωή ενός έθνους κομματιάζει όλους τους ιστούς. Σπάνια ο αλληλοσυσχετισμός ανάμεσα σε τάξεις και κόμματα – της κοινωνικής ανατομίας και της πολιτικής φυσιολογίας – έχει αποκαλυφθεί τόσο καθαρά όσο στη σύγχρονη Γερμανία. Η κοινωνική κρίση απογυμνώνει τις συμβατικότητες και αποκαλύπτει την πραγματικότητα.

Αυτοί που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία μπορεί να φαινόντουσαν σαν φαντάσματα πριν από λίγο καιρό.  Η κυριαρχία της μοναρχίας και της αριστοκρατίας δεν καταργήθηκε το 1918; Όμως φαίνεται πώς η επανάσταση του Νοέμβρη δεν έκανε μια αρκετά βαθιά δουλειά. Οι γερμανοί γιούνκερς δεν αισθάνονται καθόλου σαν φαντάσματα. Αντίθετα οι γιούνκερς κάνουν φάντασμα την Γερμανική Δημοκρατία. Οι σημερινοί κυρίαρχοι στέκονται «υπεράνω κομμάτων». Αναμφίβολα, αντιπροσωπεύουν μια συρρικνούμενη μειοψηφία. Η έμπνευσή τους και η άμεση υποστήριξη τους έρχεται από το DNP (Γερμανικό Εθνικό Κόμμα) μια ιεραρχική συνάθροιση ατομικών ιδιοχτητών κάτω από τους παραδοσιακούς ηγέτες τους, τους γιούνκερς, τη μόνη τάξη που έχει μάθει να δίνει διαταγές στη Γερμανία. Οι βαρόνοι θα ήθελαν να σβήσουν τα τελευταία 18 χρόνια ευρωπαϊκής ιστορίας και να άρχιζαν από την αρχή. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν χαρακτήρα. Δεν θα μπορούσε όμως να ειπωθεί για τους ηγέτες της καθαυτό γερμανικής μπουρζουαζίας.

Η πολιτική ιστορία της Τρίτης Γερμανικής Δημοκρατίας ήταν πολύ πεζή. Η κοινοβουλευτική της κατάρρευση άδοξη. Η παρακμή του βρετανικού φιλελευθερισμού, που ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να συγκεντρώνει εκατομμύρια ψήφους, μπορεί ελάχιστα να συγκριθεί με τον εκμηδενισμό των παραδοσιακών κομμάτων της γερμανικής μπουρζουαζίας. Από τους Δημοκρατικούς, και τους Εθνοφιλελεύθερους, που κάποτε είχαν την πλειοψηφία του λαού, δεν μένει τίποτε άλλο από δυσφημισμένους αξιωματούχους – χωρίς στρατό και χωρίς μέλλον.

Απομακρυνόμενες από τα παλιά κόμματα ή αφυπνιζόμενες στην πολιτική ζωή για πρώτη φορά, οι άμορφες μάζες της μικροαστικής τάξης έχουν συσπειρωθεί πίσω από την σβάστικα. Για πρώτη φορά σε ολόκληρη την ιστορία τους, οι μεσαίες τάξεις – οι βιοτέχνες, οι καταστηματάρχες, τα «ελεύθερα επαγγέλματα», οι υπάλληλοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι αγρότες – όλα αυτά τα στρώματα διαιρεμένα από την παράδοση και τα συμφέροντα έχουν ενωθεί σε μια σταυροφορία, μια πιο παράξενη, πιο φανταστική, πιο παράφωνη από τις αγροτικές σταυροφορίες του Μεσαίωνα.

Η γαλλική μικροαστική τάξη εξακολουθεί να παίζει ένα εξέχοντα ρόλο χάρη στον οικονομικό συντηρητισμό της χώρας της. Αυτό το στρώμα, βέβαια, είναι ανίκανο να διεξάγει μια ανεξάρτητη πολιτική. Πάντως αναγκάζει την επίσημη πολιτική των καπιταλιστικών κύκλων να προσαρμοστούν αν όχι στα συμφέροντα της τουλάχιστον στις προκαταλήψεις της. Το Ριζοσπαστικό Κόμμα που βρίσκεται τώρα στην εξουσία είναι μια άμεση έκφραση αυτής της προσαρμογής.

Eξαιτίας της πυρετώδικης ανάπτυξης του γερμανικού καπιταλισμού που έσπρωξε αλύπητα τις μεσαίες τάξεις σε δεύτερη μοίρα, η γερμανική μπουρζουαζία ποτέ δεν κατόρθωσε να καταλάβει μια θέση στη πολιτική ζωή σαν αυτή των μεγαλύτερων γάλλων ξαδέλφων της. Η εποχή των κλυδωνισμών που εγκαινιάσθηκε από το 1914 προκάλεσε αμέτρητα μεγαλύτερες καταστροφές στις γερμανικές μεσαίες τάξεις από ότι στις γαλλικές. Το φράγκο έχασε τα τέσσερα πέμπτα της αξίας του, και η αξία του παλιού μάρκου έπεσε σε μηδαμινά επίπεδα. Η σημερινή αγροτική και βιομηχανική κρίση δεν είναι καθόλου τόσο εκτεταμένες στα δυτικά του Ρήνου από ότι στα ανατολικά.

Αυτή τη φορά, επίσης, η δυσαρέσκεια της γαλλικής μικροαστικής τάξης περιορίστηκε στα παλιά κανάλια, φέρνοντας τον Εριό στην εξουσία. Στη Γερμανία ήταν διαφορετικό ζήτημα.

Εδώ η απόγνωση της μικροαστικής τάξης έφτασε στο αποκορύφωμά της, ανεβάζοντας τον Χίτλερ και το κόμμα του σε ιλιγγιώδη ύψη. Στον Εθνικοσοσιαλισμό όλα είναι αντιφατικά και χαοτικά σαν σε ένα εφιάλτη. Το κόμμα του Χίτλερ αυτοαποκαλείται σοσιαλιστικό κι όμως διεξάγει ένα τρομοκρατικό αγώνα ενάντια σε όλες τις σοσιαλιστικές οργανώσεις. Αυτοαποκαλείται εργατικό κόμμα αλλά στις γραμμές του υπάρχουν όλες οι τάξεις εκτός από το προλεταριάτο. Εκσφενδονίζει μύδρους στα κεφάλια των καπιταλιστών, κι όμως υποστηρίζεται από αυτούς. Υποκλίνεται στις γερμανικές παραδόσεις αλλά επιδιώκει τον καισαρισμό, έναν απόλυτα λατινικό θεσμό. Με τα μάτια του στραμμένα προς τον Φρειδερίκο τον 2ο, ο Χίτλερ πιθηκίζει τις χειρονομίες του Μουσολίνι…με ένα μουστάκι Τσάρλι Τσάπλιν.

Ο κόσμος όλος έχει καταρρεύσει μέσα στα κεφάλια της μικροαστικής τάξης, που έχει χάσει τελείως την ισορροπία της. Η τάξη ουρλιάζει τόσο δυνατά από απόγνωση, φόβο και πικρία που κουφαίνεται η ίδια και χάνει την αίσθηση των λόγων και των χειρονομιών της.

Η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών ακολουθεί τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Κομμουνιστές. Το πρώτο κόμμα είχε την ηρωική του περίοδο πριν τον πόλεμο, το δεύτερο έχει την καταγωγή του άμεσα στην Οχτωβριανή Επανάσταση της Ρωσίας. Οι προσπάθειες των Εθνικοσοσιαλιστών να τσακίσουν το «Μαρξιστικό Μέτωπο» δεν έχουν ακόμα πετύχει απτά αποτελέσματα. Δεκατέσσερα περίπου εκατομμύρια μικροαστικοί ψήφοι παρατάσσονται ενάντια σε δεκατρία περίπου εκατομμύρια εργατικούς ψήφους.

Μονάχα το κόμμα του Κέντρου συσκοτίζει το καθαρό ταξικό περίγραμμα των γερμανικών πολιτικών ομάδων. Μέσα στα πλαίσια του Καθολικού στρατοπέδου, αγρότες, βιομήχανοι, μικροαστικά στοιχεία και εργάτες εξακολουθούν να είναι ανακατεμένοι. Θα έπρεπε να γυρίσουμε πίσω σε ολόκληρη την γερμανική ιστορία για να εξηγήσουμε γιατί ο θρησκευτικός δεσμός μπόρεσε να αντισταθεί στις φυγόκεντρες δυνάμεις της νέας εποχής. Το παράδειγμα του Κέντρου αποδείχνει ότι οι πολιτικές σχέσεις δεν μπορούν καθόλου να καθοριστούν με μαθηματική ακρίβεια. Το παρελθόν προεκτείνεται στο παρόν και αλλοιώνει την διάταξή του. Η γενική τάση όμως αυτής της διαδικασίας δεν είναι σκοτεινή. Είναι συμβολικό με τον τρόπο του ότι ο φον Παπέν και ο κοντινότερος βοηθός του, ο Μπράχτ, εγκατέλειψαν τη δεξιά πτέρυγα του Κέντρου για να διεξάγουν ένα πολιτικό πρόγραμμα που η ανάπτυξή του πρέπει να οδηγήσει στη διάσπαση του κόμματος αυτού. Με μια παραπέρα εντατικοποίηση της κοινωνικής κρίσης στη Γερμανία, το Κέντρο δεν θα μπορέσει να αντέξει τη πίεση από τα μέσα και από τα έξω και το κληρικό τσόφλι θα σπάσει. Η προτελευταία πράξη στο γερμανικό δράμα μπορεί να παιχθεί ανάμεσα στα συστατικά μέρη του Κέντρου.

Με μια τυπική έννοια, σήμερα, τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, η Γερμανία συγκαταλέγεται ανάμεσα στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Όμως λίγες βδομάδες πριν ο υπουργός Εσωτερικών φον Γκάιλ μετάτρεψε την επέτειο του συντάγματος της Βαϊμάρης σε έναν ύμνο στον κοινοβουλευτισμό.

Πιο σημαντικό όμως από την τυπική αυτή εκτίμηση είναι ότι οι δυο ακραίες πτέρυγες του Ράϊχσταγ, που αντιπροσωπεύουν τη πλειοψηφία των ψηφοφόρων θεωρούν τη δημοκρατία σαν οριστικά χρεοκοπημένη. Οι Εθνικοσοσιαλιστές θέλουν να την αντικαταστήσουν με μια φασιστική δικτατορία σαν το ιταλικό μοντέλο. Οι κομμουνιστές επιζητούν τη δικτατορία των σοβιέτ. Τα αστικά κόμματα, που έχουν προσπαθήσει να διαχειριστούν τις υποθέσεις της καπιταλιστικής τάξης μέσα από κοινοβουλευτικά κανάλια τα προηγούμενα 14 χρόνια έχουν χάσει όλη την εκλογική τους υποστήριξη. Η Σοσιαλδημοκρατία που έσπρωξε το εργατικό κίνημα στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, όχι μόνο άφησε την εξουσία που της δόθηκε από την Νοεμβριανή Επανάσταση να της γλιστρήσει από τα χέρια, όχι μόνο έχασε εκατομμύρια ψήφους από τους κομμουνιστές, αλλά κινδυνεύει να χάσει τη νομική της υπόσταση σαν κόμμα.

Δεν είναι προφανές το συμπέρασμα ότι το δημοκρατικό καθεστώς, που αντιμετωπίζει δυσκολίες και καθήκοντα υπερβολικά γι΄ αυτό, χάνει τον έλεγχο; Στις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, όταν πρόκειται για ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, οι κανόνες και οι χρήσεις του πρωτοκόλλου λίγο ως πολύ τηρούνται. Αλλά όταν συγκρούονται ζωτικά συμφέροντα, τα όπλα και τα κανόνια έρχονται στο επίκεντρο αντί οι όροι συνθηκών.

Οι εσωτερικές και οι εξωτερικές δυσκολίες του γερμανικού έθνους έχουν θερμάνει την ταξική πάλη στο βαθμό που δεν μπορεί ούτε θέλει κανείς να την υποτάξει στις κοινοβουλευτικές συμβατικότητες. Μερικοί μπορεί να λυπούνται γι΄ αυτό, να κατηγορούν με πικρία τα εξτρεμιστικά κόμματα, για την ροπή τους προς την βία, και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Αλλά τα γεγονότα είναι γεγονότα. Τα καλώδια της δημοκρατίας δεν μπορούν να αντέξουν σε τόσο υψηλό κοινωνικό βολτάζ. Τόσο είναι όμως, το βολτάζ της εποχής μας.

Το αξιόλογο «Αλμανάκ ντε Γκότα» κάποτε είχε πρόβλημα να ορίσει το πολιτικό σύστημα της Ρωσίας που συνδύαζε την λαϊκή εκπροσώπηση με έναν αυταρχικό τσάρο. Ο χαρακτηρισμός του σημερινού γερμανικού συστήματος θα ήταν ακόμη πιο δύσκολος αν προσπαθούσες να βασιστείς σε νομικές κατηγορίες.

Στρεφόμενοι όμως στην ιστορία μπορούμε να βοηθήσουμε τα «Αλμανάκ ντε Γκότα» όλων των χωρών. Η Γερμανία διακυβερνιέται σήμερα σύμφωνα με ένα βοναπαρτιστικό σύστημα. Το κύριο χαρακτηριστικό στη γερμανική πολιτική φυσιογνωμία προέρχεται από το γεγονός ότι ο φασισμός έχει κατορθώσει να κινητοποιήσει τις μικροαστικές τάξεις ενάντια στους εργάτες. Δυο πανίσχυρα στρατόπεδα συνεπλάκησαν σε μια ασυμφιλίωτη σύγκρουση. Καμιά πλευρά δεν μπορεί να νικήσει με κοινοβουλευτικά μέσα. Καμιά δεν θα δεχόταν με προθυμία μια δυσμενή για αυτήν απόφαση.

Μια τέτοια διάσπαση στην κοινωνία προοιωνίζει έναν εμφύλιο πόλεμο. Η απειλή ενός εμφύλιου πόλεμου δημιουργεί την ανάγκη για την άρχουσα τάξη ενός διαιτητή και διοικητή, ενός Καίσαρα. Αυτή είναι ακριβώς η λειτουργία του βοναπαρτισμού. Κάθε καθεστώς ισχυρίζεται ότι είναι πάνω από τις τάξεις και διαφυλάσσει τα συμφέροντα του συνόλου. Όμως οι επιδράσεις των κοινωνικών δυνάμεων δεν μπορούν να προσδιοριστούν τόσο εύκολα όσο στο πεδίο της μηχανικής. Η ίδια η κυβέρνηση είναι φτιαγμένη από σάρκα και οστά. Είναι δεμένη με μερικές τάξεις και τα συμφέροντά τους. Σε ειρηνικές περίοδες, ένα δημοκρατικό κοινοβούλιο φαίνεται πως είναι το καλύτερο εργαλείο να συμφιλιώνει τις συγκρουόμενες δυνάμεις. Αλλά όταν θεμελιακές δυνάμεις εξασκούνται με γωνία 180 μοιρών, τραβώντας προς αντίθετες κατευθύνσεις τότε εμφανίζεται η αρχή για μια βοναπαρτιστική δικτατορία.

Αντίθετα από μια νόμιμη μοναρχία, όπου το άτομο ή ο κυρίαρχος αντιπροσωπεύει μονάχα ένα κρίκο σε μια αλυσίδα δυναστείας, η βοναπαρτιστική μορφή σχετίζεται με μια προσωπικότητα που αναρριχείται στην κορυφή είτε από ταλέντο είτε από τύχη. Μια τέτοια εικόνα δεν ταιριάζει και πολύ στη μολυβένια φιγούρα του γιούνκερ του Ανατολικού Έλβα και του συνταγματάρχη του Χοεντσόλερν. Πράγματι, ο Χίντεμπουργκ δεν είναι Ναπολέοντας και το Πόζεν δεν είναι Κορσική. Αλλά μια απλά προσωπική ή κι ακόμη αισθητική εξέταση αυτού του ζητήματος θα ήταν τελείως ανεπαρκής και στην πραγματικότητα ένας αποπροσανατολισμός. Ενώ, όπως λένε οι Γάλλοι χρειάζεται ένας λαγός για να μαγειρευτεί ένας λαγός στιφάδο, ο Βοναπάρτης δεν είναι με κανέναν τρόπο αναγκαίος για τον βοναπαρτισμό. Η ύπαρξη δύο ασυμβίβαστων στρατοπέδων είναι αρκετή. Ο ρόλος ενός πανίσχυρου διαιτητή μπορεί να παιχτεί από μια κλίκα αντί από ένα άτομο.

Ας θυμηθούμε ότι η Γαλλία δεν γνώρισε μονάχα τον Ναπολέοντα τον Ι. τον πραγματικό, αλλά και τον ψεύτικο, τον Ναπολέοντα το ΙΙΙ. Ο θείος και ο υποτιθέμενος ανιψιός είχαν κοινό το ρόλο ενός διαιτητή που απονέμει τις ετυμηγορίες του με την μύτη ενός σπαθιού. Ο Ναπολέοντας ο Ι είχε το δικό του σπαθί και η Ευρώπη έχει ακόμα τα σημάδια των χτυπημάτων του. Η σκιά και μόνο του σπαθιού του υποτιθέμενου θείου ήταν αρκετή για να ωθήσει τον Ναπολέοντα τον ΙΙΙ στον θρόνο.

Στη Γερμανία, ο βοναπαρτισμός παίρνει μια αυστηρά γερμανική μορφή. Όμως δεν πρέπει να παραμείνουμε στις αποχρώσεις των εθνικών διαφορών. Στη σύγκριση χάνονται πολλά διακριτικά χαρακτηριστικά του πρότυπου. Ενώ σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης δημιουργικότητας οι Γερμανοί έχουν παρουσιάσει τα μεγαλύτερα μοντέλα, στην πολιτική, όπως και στην γλυπτική έχουν με το ζόρι ξεπεράσει το επίπεδο της μέτριας απομίμησης. Δεν θα ασχοληθώ όμως με τους ιστορικούς λόγους γι΄ αυτό. Αρκεί να πούμε ότι είναι έτσι.

Το Πόζεν δεν είναι Κορσική και ο Χίντεμπουργκ δεν είναι Ναπολέοντας. Δεν υπάρχει ίχνος τυχοδιωκτισμού στη συντηρητική φυσιογνωμία του προέδρου. Ο 80χρονος Χίντεμπουργκ δεν επεδίωκε τίποτε στην πολιτική. Αντίθετα, άλλοι επιδιώκανε και βρήκαν τον Χίντεμπουργκ. Και δεν έφτασαν σ΄ αυτόν κατά τύχη. Αυτοί οι άνθρωποι προέρχονται από το ίδιο παλιό – πρωσικό, αριστοκρατικό – συντηρητικό, υπόβαθρο του Πότσδαμ – Ανατολικού Έλβα. Ακόμη κι αν ο Χίντεμπουργκ δανείζει το όνομά του σαν κάλυμμα για τις πράξεις άλλων, δεν θα αφήσει να τον εκτροχιάσουν από την τροχιά της παράδοσης της κάστας του. Ο Χίντεμπουργκ δεν είναι μια προσωπικότητα αλλά ένας θεσμός. Αυτό ήταν στη διάρκεια του πολέμου. Η «στρατηγική του Χίντεμπουργκ» ήταν η στρατηγική ατόμων με αρκετά διαφορετικά ονόματα. Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε στην πολιτική. Ο Λούντεντορφ και οι συνεργάτες του αντικαταστάθηκαν από νέα πρόσωπα. Αλλά η μέθοδος παραμένει η ίδια.

Οι Συντηρητικοί, οι Εθνικιστές, οι Μοναρχικοί, όλοι οι εχθροί της Νοεμβριανής Επανάστασης έβαλαν τον Χίντεμπουργκ στο πόστο του Ράϊχστπρεζιντεντ (προέδρου του Ράιχ) για πρώτη φορά το 1925. Όχι μόνο οι εργάτες αλλά και τα κόμματα της μπουρζουαζίας ψήφισαν ενάντια στον στρατάρχη του Χοεντσόλερν. Αλλά ο Χίντεμπουργκ νίκησε. Τον υποστήριξαν οι μάζες της μικροαστικής τάξης που κινούνταν προς τον Χίτλερ. Σαν πρόεδρος, ο Χίντεμπουργκ δεν έκανε τίποτε. Οι εχθροί του ανάπτυξαν την ιδέα ότι η στρατιωτική πίστη του Χίντεμπουργκ τον έκανε υπερασπιστή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Εφτά χρόνια μετά, οδηγημένα προς τα πίσω από την αντίδραση, τα καθαρά κοινοβουλευτικά κόμματα αποφάσισαν να ποντάρουν τα λεφτά τους στον στρατάρχη. Δίνοντας τις ψήφους τους στον μοναρχικό στρατιωτικό διοικητή, οι Σοσιαλδημοκράτες τον απάλλαξαν από κάθε υποχρέωση προς τη νέα ανίσχυρη δημοκρατία. Εκλεγμένος το 1925 από τους αντιδραστικούς ο Χίντεμπουργκ δεν απομακρύνθηκε από το Σύνταγμα. Εκλεγμένος το 1932 με τους ψήφους της αριστεράς, ο Χίντεμπουργκ υιοθέτησε την δεξιά άποψη προς τα συνταγματικά ζητήματα.

Δεν βρίσκεται τίποτε μυστήριο πίσω από αυτό το παράδοξο. Μόνος μπροστά στη «συνείδηση» του και την «θέληση του λαού» – δύο αλάθητους κριτές – ο Χίντεμπουργκ αναπόφευκτα έπρεπε να γίνει ο πρωταθλητής των κύκλων που είχε υπηρετήσει τόσο πιστά στη διάρκεια όλης του της ζωής. Η πολιτική του προέδρου είναι η πολιτική της αριστοκρατίας, των γαιοκτημόνων των βιομηχανικών βαρόνων και τραπεζικών πριγκίπων της ρωμαιοκαθολικής, λουθηριανής και – της τελευταίας αλλά όχι έσχατης – εβραϊκής πίστης. Διαλέγοντας τον φον Πάπεν – που κανείς, σε όλη τη χώρα, δεν είχε σκεφτεί την προηγούμενη μέρα – να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης, το πολιτικό επιτελείο του Χίντεμπουργκ έκοψε απότομα τα νήματα με τα οποία η εκλογή είχε δώσει τον πρόεδρο στα δημοκρατικά κόμματα. Ο γερμανικός βοναπαρτισμός δεν είχε το άρωμα του τυχοδιωκτισμού στο πρώτο του στάδιο. Με την καριέρα του στη διάρκεια του πολέμου και τη μαγική του άνοδο στην εξουσία, ο φον Πάπεν ταίριαζε μέχρι σε ένα σημείο γι΄ αυτό. Όσο για τα άλλα χαρίσματα – εκτός από τη γνώση γλωσσών και τους άρτιους τρόπους του – οι ετυμηγορίες διαφόρων τάσεων φαίνεται πως συμφωνούν ότι από δω και μπρος οι ιστορικοί δεν θα μπορούν να περιγράφουν τον Μικαέλις σαν τον πιο άχρωμο και ασήμαντο καγκελάριο του γερμανικού Ράιχ.

Αλλά που είναι το ξίφος του βοναπαρτισμού; Ο Χίντεμπουργκ διατήρησε μονάχα το μπαστούνι του στρατάρχη, ένα παιχνίδι για γέρους. Μετά την όχι και τόσο εμπνευσμένη εμπειρία του στον πόλεμο, ο Πάπεν επέστρεψε στην πολιτική ζωή. Το ξίφος όμως εμφανίστηκε στο άτομό του στρατηγού Σλάιχερ. Αυτός είναι ακριβώς ο άνθρωπος που πρέπει να θεωρηθεί σαν ο πυρήνας του βοναπαρτιστικού συνδυασμού. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Καθώς ορθώνεται πάνω από τα κόμματα και το κοινοβούλιο, η κυβέρνηση έχει συρρικνωθεί σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό. Το πιο αποτελεσματικό κομμάτι αυτού του μηχανισμού είναι αναμφισβήτητα το Ράιχσβερ (υπουργείο Πολέμου). Δεν είναι επομένως αξιοπερίεργο ότι ο Σλάιχερ αναδύθηκε πίσω από τον Χίντεμπουργκ και τον Πάπεν.

Γράφονται πολλά στον Τύπο ότι από την απομόνωση του επιτελείου του, ο στρατηγός έστησε προσεχτικά το σκηνικό για τα γεγονότα. Ίσως να είναι έτσι. Πολύ πιο σημαντικό είναι όμως το γεγονός πως η γενική πορεία των γεγονότων στήνουν το σκηνικό για έναν στρατηγό.

Ο συγγραφέας είναι μακριά από τη σκηνή των γεγονότων, κι επιπλέον σε μια σημαντική απόσταση. Αυτό κάνει δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς τις καθημερινές παλινδρομήσεις και στροφές. Όμως θα ήθελα να πιστεύω ότι αυτές οι δυσμενείς γεωγραφικές συνθήκες δεν μπορούν να με εμποδίσουν από το να λάβω υπόψη μου το θεμελιακό συσχετισμό δυνάμεων, που σε τελευταία ανάλυση προσδιορίζει την τελική πορεία των γεγονότων.

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s